Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ήδη από την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης προώθησε τον εξορθολογισμό της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς η επιστήμη και η τεχνολογία αποτελούν βασικά στοιχεία των παραγωγικών δυνάμεων. Ο ορθολογισμός ως βασική αρχή του Διαφωτισμού ενσωματώθηκε στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, καθιστώντας παράλληλα αναγκαία και την διαμόρφωση ικανών και ορθολογικών εργασιακών υποκειμένων, εξοπλισμένων με την κατάλληλη γνώση, προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της παραγωγικής δραστηριότητας. Έτσι, η υπολογιστική, οργανωτική και ορθολογική ικανότητα των υποκειμένων, αποτέλεσε και αποτελεί οργανική συνιστώσα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, καθώς οι επιστημονικοτεχνικές μέθοδοι ιδίως με την χρήση νέων τεχνολογιών στην σύγχρονη κοινωνία καθίστανται αναγκαίες.
Παρόλα αυτά, ο ορθολογισμός της παραγωγής συνοδεύεται από τον ανορθολογισμό της καθημερινής κοινωνικής συνείδησης. Σε ένα πλαίσιο όπου ο ανταγωνισμός που επιτάσσει ‘το αόρατο χέρι της αγοράς’ και η διαρκής αβεβαιότητα, η εκμετάλλευση και η εργασιακή ανασφάλεια αποτελούν δομικά στοιχεία της αστικής κοινωνίας, η κοινωνική συνείδηση μετατρέπεται σε χαοτικό, ανορθολογικό και διασπασμένο συνονθύλευμα ιδεών και απόψεων. Eπομένως, εξαιτίας της υπαγωγής της επιστήμης στο κεφάλαιο η οποία συνδέεται με τον επιλεκτικό ορθολογισμό ο οποίος λαμβάνει χώρα εντός της παραγωγικής σφαίρας και όχι εντός της κοινωνίας ως ολότητας, παρατηρείται το φαινόμενο να υπάρχουν υποκείμενα ικανά για ορθή σκέψη στα πλαίσια της εργασιακής δραστηριότητας, ενώ στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο να χαρακτηρίζονται από ανορθολογική συνείδηση. Αξιοσημείωτο είναι ότι η τάση προς τον ανορθολογισμό ενισχύθηκε από την δεκαετία του 1970 με την κυριαρχία του λεγόμενου μεταμοντερνισμού.
Ο μεταμοντερνισμός έχει ως βασική του αρχή την άρνηση της ικανότητας διάγνωσης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Υπό το μεταμοντέρνο πρίσμα, η κοινωνική πραγματικότητα διασπάται σε επιμέρους πλευρές οι οποίες μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον καθένα ξεχωριστά ως πολλαπλές αλήθειες. Έτσι, ο απόλυτος υποκειμενισμός κυριαρχεί έναντι της αντικειμενικής πραγματικότητας η οποία προβάλλεται ως μη αντιληπτή. Επίσης, τονίζεται διαρκώς ότι οι πολλαπλές υποκειμενικές αλήθειες είναι μεταξύ τους ισάξιας σημασίας, προάγοντας την εξύμνηση του σεβασμού της ατομικότητας έναντι του κοινωνικού συνόλου, προκειμένου να προφυλαχθεί ο ‘ιερός και αλάθητος’ εγωκεντρισμός.

Σαφώς η κριτική, η αμφισβήτηση και οι πολλαπλές ερμηνείες αντικειμενικών γεγονότων αποτελούν γόνιμα στοιχεία προώθησης της γνωστικής διαδικασίας. Όμως η εκ των προτέρων παραδοχή ότι δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα καθώς είναι απρόσιτη στον κοινό νου, μυστικοποιεί και διαστρεβλώνει την όποια ερευνητική διαδικασία η οποία πλέον φαίνεται να μην λαμβάνει χώρα εντός αντικειμενικά προσδιορισμένων συνθηκών, παρά μόνο εντός του εκάστοτε υποκειμενικά θεωρούμενου ως πραγματικού πλαισίου. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αναγωγή των υλικών συνθηκών που διέπουν την αντικειμενική πραγματικότητα σε κατακερματισμένες υποκειμενικές ιδέες, αποδίδοντας σε αυτές ο καθένας ό,τι νόημα θέλει, θεωρώντας πως έτσι επέρχεται η κοινωνική αλλαγή. Με άλλα λόγια προωθείται η αποστασιοποίηση από την αλλαγή των υλικών κοινωνικών συνθηκών και η προσοχή στρέφεται στην απολυτοποίηση της υποκειμενικά διαμορφωμένης άποψης-σκέψης. Έτσι ο μεταμοντερνισμός παρά τις όποιες κριτικές του διαθέσεις, ευνοεί την απόσπαση της ιδέας από την υλική πραγματικότητα, χωρίς ωστόσο να διέπεται από την ιδεαλιστική επιστημονική μέθοδο της εγελιανής φιλοσοφίας. Με αυτόν τον τρόπο, αντικειμενικά γεγονότα τείνουν να αμφισβητούνται όχι ορθολογικά και κριτικά υπό το πρίσμα του προοδευτικού υλικού ξεπεράσματός τους, αλλά ως ιδεατά και κατά το δοκούν κοινωνικά κατασκευασμένα ή ως μη υπαρκτά.
Για παράδειγμα, κατά την μεταμοντέρνα προσέγγιση έννοιες όπως η τάξη δεν έχουν αντικειμενικά υλικές καταβολές, αλλά αποτελούν απλά υποκειμενικά νοητές κατασκευές, ανάγοντάς τες σε γλωσσικό παίγνιο εναλλαγής νοημάτων, αναιρώντας έτσι την όποια μορφή ταξικού αγώνα. Σχετικά με το συγκεκριμένο παράδειγμα, στην ουσία πρόκειται για μια αντιδραστική απόπειρα ξεπεράσματος των παραδοσιακών διαιρετικών τομών όπως είναι το κεφάλαιο/εργασία ή η αστική/εργατική τάξη, εντός μιας υποτιθέμενης προοδευτικής κατάστασης, η οποία μεθοδολογικά ίσως να ανάγεται στην προ-Καντιανή εποχή.
Όμως ο ρόλος της επιστήμης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το μεταμοντέρνο δόγμα του απόλυτου υποκειμενισμού. Οι βασικές αρχές της επιστήμης είναι να περιγράφει αντικειμενικά τι υπάρχει, να εξηγεί γιατί και πώς υπάρχει και στα πλαίσια ενός διαμορφωμένου φάσματος πιθανοτήτων-δυνατοτήτων να μπορεί να προβεί σε πρόγνωση για το τι θα επακολουθήσει. Η θυσία της αντικειμενικότητας που διέπει την επιστήμη στον μεταμοντέρνο βωμό του ατομικισμού, έχει ως αποτέλεσμα την ταύτιση της υποκειμενικής άποψης με την αλήθεια, κατακερματίζοντας το κοινωνικό περιβάλλον και τελικά αναιρώντας την ίδια την επιστήμη. Επίσης, το γεγονός αυτό ενισχύεται από την μεθοδολογική αναρχία που προβάλλει ο μεταμοντερνισμός ως δήθεν ελευθεριακή και χειραφετική έναντι των θεωρούμενων ως ‘ολοκληρωτικών’ λογικά αποδεδειγμένων μεθόδων ή των λεγόμενων ‘μεγάλων αφηγήσεων’ που υποστηρίζουν την δυνατότητα ολιστικών γνωστικών προσεγγίσεων όπως ο μαρξισμός, μετατρέποντας έτσι την επιστήμη και την αλήθεια σε ζήτημα γούστου ή επιλογής.
Με βάση το μεταμοντέρνο δόγμα, η ιστορική νομοτέλεια και οι διαλεκτικοί νόμοι που με βάση τον μαρξισμό διέπουν το κοινωνικό γίγνεσθαι, χαρακτηρίζονται σαν ανούσιες ‘κατασκευές’ και αντικαθίστανται από την αρχή της τυχαιότητας ή ‘ενδεχομενικότητας’, απορρίπτοντας την δυνατότητα μιας επιστημονικής γνώσης της κοινωνίας στην ολότητά της. Με τον τρόπο αυτό, χάριν της ικανοποίησης και της απόπειρας διαφύλαξης του αυτοπροσδιορισμού ή της αυτοαναφορικότητας ή της αυτοδιάθεσης με αυθαίρετους όρους, η επιστημονική αλήθεια μετατρέπεται σε επιλεγόμενο καταναλωτικό προϊόν κατασκευής, ατομικών πολιτικών ταυτοτήτων.

Ο μεταμοντερνισμός μέσω της απόρριψης της γνώσης σχετικά με την αντικειμενική πραγματικότητα καθαγιάζει ένα πλέγμα απόλυτου περιγραφικού-θετικιστικού σχετικισμού, διαμορφώνοντας ένα απολογητικό πεδίο αναφορικά με την υπάρχουσα κοινωνικοοικονομική δομή, προτάσσοντας διαρκώς την σημασία του υποκειμενισμού. Επιπρόσθετος, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο μεταμοντερνισμός αποτελεί το ιδεολογικό υπόστρωμα του νεοφιλελευθερισμού, καθώς το νεοφιλελεύθερο δόγμα ότι δεν υπάρχει κοινωνία παρά μόνο επιμέρους ξεχωριστά άτομα και της κατακερματισμένης εξατομικευμένης πραγματικότητας που προάγει ο μεταμοντερνισμός, αποτελούν κομβικής σημασίας αλληλοτροφοδοτούμενες πεποιθήσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η συνωμοσιολογική σκέψη η οποία αν και δεν αποτελεί κάτι νέο, ενισχύεται από την μεταμοντέρνα τάση. Ο μεταμοντερνισμός ρίχνοντας ‘λάδι’ στην συνωμοσιολογική ‘φωτιά’ οξύνει τις βασικές της αρχές οι οποίες θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως οι εξής: στην υπεραπλούστευση της περίπλοκης αντικειμενικής πραγματικότητας και στην αναγωγή της στο αφηρημένο μανιχαϊστικό δίπολο του καλού-κακού, στην αποϊστορικοποίηση και στην επιλεκτική ανάγνωση γεγονότων με επιστημονικοφανή επιχειρήματα, και στην εμμονή ότι το υπόγειο και αδύνατον να γίνει αντιληπτό παρασκήνιο, κινεί τα νήματα στο φαινομενικά ορατό προσκήνιο. Έτσι, η αναζήτηση εύκολων απαντήσεων σε περίπλοκα ζητήματα στα πλαίσια του μεταμοντέρνου υποκειμενισμού του ‘όλα επιτρέπονται’, ενισχύει κάθε λογής εκχυδαϊσμό της επιστήμης και αποστασιοποίησης από την αντικειμενική πραγματικότητα με επικίνδυνα πολλές φορές κοινωνικά αποτελέσματα.
Αν επικαιροποιηθεί η παραπάνω προβληματική θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι για παράδειγμα, το φαινόμενο της άρνησης της πανδημίας ή η πεποίθηση ότι τα εμβόλια περιέχουν ‘τσιπάκια’ με στόχο τον έλεγχο κ.ο.κ., κινείται στο προαναφερθέν πεδίο ανορθολογισμού, μεταμοντερνισμού και συνωμοσιολογίας, τροφοδοτούμενο από την εργαλειακά πολιτική διαχείριση της πανδημικής κρίσης από την αστική τάξη προκειμένου να προστατευτεί η οικονομία, διαστρεβλώνοντας περισσότερο την κοινωνική συνείδηση, εντός ενός φαινομενικά χαοτικού, κοινωνικού περιβάλλοντος. Δεν πρέπει να παραληφθεί ότι και η ίδια η επιστημονική κοινότητα δεν μένει ανεπηρέαστη από το παραπάνω επιβεβλημένο πεδίο, καθώς και στους κόλπους της εμφανίζονται επιστημονικές ‘αυθεντίες’ με παρόμοιες ανορθολογικές θέσεις.
Όσο το κοινωνικό κεκτημένο της σύγχρονης επιστήμης παραμένει εργαλείο ταξικής εκμετάλλευσης, η ψευδής συνείδηση θα τείνει να καταστεί κανονικότητα, διαιωνίζοντας την υπάρχουσα εκμεταλλευτική κοινωνικοοικονομική δομή. Η υπαγωγή της επιστήμης σε πολιτικές σκοπιμότητες και μεταμοντέρνες ανορθολογικές και υποκειμενικές πεποιθήσεις, ενέχει τον κίνδυνο ακύρωσης του βασικού της χαρακτήρα ο οποίος είναι η αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας και η εξυπηρέτηση των πραγματικών κοινωνικών αναγκών. Με άλλα λόγια, η απελευθέρωση και η ολόπλευρη ανάπτυξη της επιστήμης καθώς και η διέξοδος από τα ανορθολογικά ιδεολογήματα, συνδέονται με την προοπτική της ενοποιημένης ανθρωπότητας. Συνεπώς, η διαμόρφωση των υποκειμένων από εξατομικευμένες οντότητες σε ατομικές συλλογικότητες, αποτελεί κοινωνικό στόχο, προκειμένου να επιτευχθεί η αντιστοίχισή τους με την κοινωνική πραγματικότητα και η επιστήμη να μετατραπεί από εργαλείο ιδιοτελών σκοπών σε πανανθρώπινο κεκτημένο.
Αθανάσιος Τζωρτζίνης, Πολιτικός Επιστήμονας





