Ξημερώματα στις 3:00 π.μ. της 28ης Οκτωβρίου 1940, η τότε ιταλική κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στο σπίτι του, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο. Η κυβέρνηση των Αθηνών είχε διορία τρεις ώρες για να δώσει την απάντησή της. Με την φράση στα γαλλικά «Donc, Monsieur c’est la guerre» (=Λοιπόν, κύριε μου, έχουμε πόλεμο) ειπώθηκε το «ΟΧΙ» του Μεταξά ∙μια απάντηση που επανάφερε τις μνήμες του «ελευθερία ή θάνατος».
Ο Μεταξάς, ο οποίος είχε επιβάλλει δικτατορία στις 4 Αυγούστου 1936 και παρά τις αντιλήψεις του περί ολοκληρωτικών καθεστώτων, διέσωσε το όνομά του με το περίφημο «ΟΧΙ» και η υστεροφημία του τον ακολουθεί μέχρι σήμερα. Έτσι, λοιπόν, στις 5:30 ξημερώματα εκείνης της ημέρας ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Ελλάδα, ξεκινώντας ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος και εντάσσοντας τη χώρα στον Β’ΠΠ, έχοντας άλλη μία πρόκληση να αντιμετωπίσει η χώρα μας.
Ο πόλεμος του 1940-41, υπήρξε, από την άποψη της ασφάλειας και της προστασίας της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, σταθμός μείζονος σημασίας στην ιστορία των διακρατικών σχέσεων της χώρας. Η Ελλάδα πολεμούσε εναντίον της Ιταλίας για την προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής της ακεραιότητας, συμπολεμούσε δε με τη Βρετανία εναντίον του ίδιου αντιπάλου χωρίς να ναι σύμμαχός της.

Το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», όπως ονομάστηκε, οι αγωνιστές που βροντοφώναζαν «Αέρα» στα βουνά της Πίνδου, τα εμψυχωτικά τραγούδια της Σοφίας Βέμπο, οι μεγάλες νίκες απέναντι στον Ιταλό κατακτητή, οδήγησαν στο να καθιερωθεί ο εορτασμός της 28ης. Είναι μια επέτειος που ουσιαστικά γιορτάζει την έναρξη ενός πολέμου και όχι το τέλος του ή μεγάλες σημαντικές νίκες, όπως συνειδητά γιορτάζουν άλλες χώρες. Ο ενθουσιασμός που κατέκλυζε τις ψυχές του ελληνικού λαού να αντιμετωπίσει τον εχθρό, που παρά αυτό το πρωτόγονο συναίσθημα στο άκουσμα της ιδέας του πολέμου, η σκέψη της ελευθερίας ήταν πέρα και πάνω από όλα έναντι της φασιστικής απειλής που παραμόνευε.
Η θυσία αυτών των αγωνιστών, αλλά και των ανθρώπων τους, των οικογενειών τους που έμειναν πίσω να βοηθάνε στον ελληνικό αγώνα, αποτέλεσε χρέος ενότητας και προσήλωσης στα ιδανικά και τις αξίες της ελευθερίας, της υπερηφάνειας και του φιλότιμου. Βασισμένη, μάλιστα, σε αυτές τις αξίες θα παραθέσω το εξής γεγονός στο οποίο ο προ-παππούς μου, ως λοχίας, πολέμησε στα βουνά της Αλβανίας και στην ερώτηση του στρατηγού του για ποιο λόγο πολεμάει, απάντησε «για να μπορούν τα μάτια μου να βλέπουν ελεύθερα τα δικά σας και το στόμα μου να λέει ελεύθερα αυτό που σκέφτεται το μυαλό μου». Για αυτά, λοιπόν, τα ιδανικά, που μπορεί να θεωρούνται αυτονόητα σήμερα, πολέμησαν τόσοι άντρες, αγωνίστηκαν και αξίζει να τοποθετηθούν στο πάνθεον των ηρώων. Είναι γνωστό και αυτό το έχει αποδείξει η ιστορία, ότι οι Έλληνες όταν απειλούνται από ξένο κατακτητή, γίνονται μια γροθιά και καταφέρνουν ενωμένοι να μεγαλουργήσουν. Η αποφασιστική ηγεσία και η μαζική κινητοποίηση του λαού με μια πρωτοφανή πρωτοβουλία σύμπνοιας για τα ελληνικά ιστορικά δεδομένα της εποχής, συνέβαλαν στο «Έπος του Σαράντα» που γράφτηκε με ανεξίτηλο μελάνι στην ιστορία της Ελλάδας και αξίζει να θυμόμαστε και να τιμάμε αυτήν την ημέρα.

Πηγές:
Θ.Βερέμης- Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς, Η σύγχρονη συνέχεια, Από το 1821 μέχρι σήμερα, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2006
Ταξιάρχα Παπαδοπούλου, Απόφοιτη τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών





