Στις 24 Μαΐου και ενόψει της νέας αντιπυρικής περιόδου ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης διαβεβαίωνε ότι «έχουμε κάνει την καλύτερη δυνατή προετοιμασία σε επίπεδο κεντρικού κρατικού μηχανισμού και σε επίπεδο Πυροσβεστικής και πιστεύω ότι η συνεργασία μας και φέτος θα είναι άψογη, έτσι ώστε να περιορίσουμε στο ελάχιστο, τουλάχιστον στην Αττική, τον αντίκτυπο οποιασδήποτε φωτιάς μπορεί να χρειαστεί να διαχειριστούμε». Το αφήγημα που τώρα κυριαρχεί βασίζεται πάνω στο «ευτυχώς δεν χάθηκαν ζωές». Σίγουρα η προληπτική εκκένωση μιας περιοχής, που και αυτή απ’ ότι φάνηκε επαφίεται στην ατομική ευθύνη του καθενός και της καθεμιάς ξεχωριστά, κοστίζει λιγότερο οικονομικά και πολιτικά από έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών.
Μήπως θα βοηθούσε να χειροκροτούσαμε από τα μπαλκόνια μας και τους πυροσβέστες; Είναι απορίας άξιο πως ακόμη δεν εισακούστηκε στο δημόσιο λόγο αυτή η ιδέα που εσχάτως υιοθετήθηκε και για την αναχαίτηση της διασποράς του κορονοϊού. Όπως ακριβώς δηλαδή συνέβη και με τους υγειονομικούς της χώρας στο διάστημα εκείνο που τα νοσοκομεία μετατράπηκαν σε νοσοκομεία μιας νόσου. Ως κυβερνητική πρωτοβουλία θα μπορούσε να επιστρατευτεί εκ νέου, παρόλο που ο εχθρός αυτή τη φορά είναι ορατός. Μα και σε αυτή τη μάχη η φαρέτρα των «πολεμιστών» μας φαίνεται να είναι λειψή.
Τόσες μέρες σημαντικό τμήμα της πατρίδα μας φλέγεται ενώ από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που έχασαν το σπίτι τους, τις καλλιέργειες και τις περιουσίες τους διαπιστώνεται η απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου αντιπυρικής προστασίας με επίκεντρο την πρόληψη. Γιατί; Διότι η πρόληψη, κατά τη λογική και αυτής της κυβέρνησης, συνιστά δαπάνη. Διότι η διαρκής ανανέωση και ενίσχυση του πυροσβεστικού σώματος αποτελεί κόστος για το κράτος. Επιβάρυνση στο κρατικό προϋπολογισμό όμως δεν αποτέλεσαν μάλλον τα 300 εκατομμύρια που δόθηκαν στη Fraport, ή τα 20 εκατομμύρια που διανεμήθηκαν σε ιδιωτικά ΜΜΕ τους προηγούμενους μήνες, ούτε και τα δυο δισεκατομμύρια που κόστισαν τα μαχητικά αεροπλάνα Rafale.
Είναι άραγε λαϊκισμός να αξιώνουμε την ενίσχυση των πυροσβεστικών δυνάμεων, να ζητάμε επιτακτικά την απόκτηση όλων εκείνων των μέσων που μπορούν άμεσα και αποτελεσματικά να αντιμετωπίσουν μια πύρινη κόλαση; Είναι λαϊκισμός να καταγγέλλουν οι κάτοικοι των περιοχών αυτών που έχασαν το βιός τους, ότι επιχειρούν μόνοι τους τη κατάσβεση της φωτιάς; Να καταγγέλλουν ότι είναι περισσότεροι οι αστυνομικοί από τους πυροσβέστες που βρίσκονται στο πεδίο δράσης; Η απάντηση είναι πως «όχι, δεν είναι λαϊκισμός». Είναι η οργή και η αγανάκτηση που έχει τα έχει προξενήσει όλα αυτά. Είναι το συναίσθημα εκείνο που σε κάνει να νοιώθεις πως η πολιτεία σε αφήνει αβοήθητο στο έλεος της φωτιάς, επιτρέποντας την να σαρώσει στο πέρασμα της τους κόπους μιας ζωής, να σβήσει οικογενειακές αναμνήσεις και να προκαλέσει την απόγνωση για την επόμενη μέρα.
Λαϊκισμός ήταν αυτό που έγινε με τις φωτιές στο Μάτι. Το να πατάς δηλαδή επί πτωμάτων για να εξασφαλίσεις ψήφους. Για να εκλεγείς και να ασκήσεις πολιτική εξουσία. Το να επικαλείσαι με δόλο την κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού μπροστά στη θέα μιας ανείπωτης τραγωδίας, καταντώντας πολιτικός τυμβωρύχος. Αλλά ακόμη και τώρα που οι φλόγες στην Εύβοια και αλλού μαίνονται, ψάχνουμε να εντοπίσουμε ότι απέμεινε από το επιτελικό κράτος που εδραιώθηκε πάνω στις στάχτες που άφησαν οι φωτιές στο Μάτι το 2018. Ίσως να έγινε όμως στάχτη και αυτό… Ποιος ξέρει;
Είναι απόλυτα χαρακτηριστικό ότι για τα έργα αντιπυρικής θωράκισης της Ελλάδας τα δασαρχεία ζητούσαν 17 εκατομμύρια και τελικά τους δόθηκαν κάτι λιγότερο από 2 εκατομμύρια. Επίσης, πέρυσι η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να ανανεώσει τη σύμβαση σε 5.000 εποχικούς δασοπυροσβέστες, ενώ την ίδια στιγμή υπόσχονταν την μονιμοποίηση σε 4.400 κληρικούς. Αν μη τι άλλο, αυτό που αποδεικνύεται τώρα είναι πως οι φωτιές δεν σβήνουν με προσευχές και επουράνιες παρακλήσεις.
Και μέσα σε όλα αυτά και μπροστά στην ανυπαρξία ισχυρών πυροσβεστικών δυνάμεων προκύπτουν εύλογα ερωτήματα ως προς το πώς δαπανώνται τα χρήματα του Έλληνα φορολογούμενου. Ποια η χρησιμότητα των 6,6 δισεκατομμυρίων ευρώ που διανεμήθηκαν σε πολεμικές βιομηχανίες για χάριν του ΝΑΤΟ; Τι αποκόμισε το δημόσιο και ο λαός μας από την στήριξη που παρείχε το κράτος στην AEGEAN με 120 εκατομμύρια ευρώ; Στο κάτω κάτω, ποιο και το όφελος από τα 30 εκατομμύρια που θα καταβληθούν για τη σύσταση της πανεπιστημιακής αστυνομίας; Αυτά όλα δεν συντελούν βάρος στις πλάτες του φορολογούμενου Έλληνα πολίτη;
Το συμπέρασμα, μεταξύ άλλων είναι, πως… λεφτά υπάρχουν. Στη πραγματικότητα αυτό που ανακύπτει ως θέμα είναι το πως αξιοποιούνται αυτά τα χρήματα και υπέρ ποιων συμφερόντων. Η κυβέρνηση αυτή, όπως και οι προηγούμενες, διέπεται από την βαθιά αντιδραστική λογική ότι η στήριξη των δημόσιων δομών και υπηρεσιών συντελούν κόστος και μάλιστα επιζήμιο για το κοινό καλό. Η λογική «κόστους – οφέλους» αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα στην λήψη των αποφάσεων της. Το αποτέλεσμα; Να απορούμε γιατί κάηκε η Εύβοια και τα περίχωρα της Αττικής. Αυτό που πρέπει να εμπεδωθεί σαν σκεπτικό είναι ότι το ενισχυμένο και πλήρες εξοπλισμένο πυροσβεστικό σώμα, όπως αντίστοιχα και άρτια δομημένο σύστημα υγείας και εκπαίδευσης αποτελούν παρακαταθήκη για το μέλλον του τόπου και του λαού και όχι περιττή δαπάνη.
Ας μην απορούν λοιπόν όλοι αυτοί που τον Ιούλιο του 2019 αποφάσισαν με τη ψήφο τους να αναζητήσουν «λιγότερο κράτος» και περισσότερη «ελεύθερη αγορά» για που είναι το κράτος και οι μηχανισμοί του που τώρα τους έχουν ανάγκη. Τους έκαψαν! Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Όμως ως γνωστόν οι Δημοκρατίες δεν βρίσκονται σε αδιέξοδα ποτέ, για όλα υπάρχουν λύσεις. Ίσως την επόμενη φορά να ψηφίσουμε για… «περισσότερο κράτος», αν αντιληφθούμε την αξία του. Μέχρι τότε, ζήτω που καήκαμε! Και για το κλείσιμο μονάχα αυτό…
Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρένες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς.
Θανάσης Σκούφιας, Φοιτητής Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών





