Written by 12:17 μμ Αρθρογραφία, Γιώργος Λαμπρόπουλος, Επικαιροτητα

Υπάρχουν μη προνομιούχοι στο εκπαιδευτικό σύστημα; |Γιώργος Λαμπρόπουλος

Kαθίσταται σαφές ότι υπάρχουν μη προνομιούχοι στο εκπαιδευτικό σύστημα και πολλή δουλεία που πρέπει να γίνει ακόμα για μια δίκαιη και δημοκρατική εκπαίδευση.

Συχνά υποστηρίζεται από ανθρώπους στον χώρο της εκπαίδευσης αλλά και εκτός αυτής, ειδικούς και μη, ότι το εκπαιδευτικό σύστημα που έχουμε είναι το πλέον δικαιότερο και δημοκρατικότερο. Σίγουρα υπάρχουν ελλείψεις και προβλήματα, κάποια προσωρινά κενά, όμως, συνολικά το αποτέλεσμα είναι θετικό. Πρέπει κάποιος να κοιτάξει προσεκτικότερα και «από τα κάτω» για να ελέγξει σε ποιο βαθμό ισχύει αυτή η θέση.

Ξεκινώντας από τους μαθητές και τους φοιτητές, το πρώτο πρόβλημα εντοπίζεται στο πλαίσιο των εξετάσεων, είτε αυτές είναι ενδοσχολικές, είτε πανελλαδικές είτε πανεπιστημιακές. Κάθε είδους εξετάσεων ορίζεται κεντρικά, με έναν αυστηρά καθορισμένο τρόπο διεξαγωγής. Η επίδοση όμως δεν μπορεί να βαθμολογηθεί (ή αλλιώς να ποσοτικοποιηθεί) για όλους με τον ίδιο τρόπο. Το ψυχολογικό στρες ακόμα και για αυτόν που μπορεί να ανταπεξέλθει στις εξετάσεις, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το εκάστοτε επιθυμητό αποτέλεσμα. Υπάρχουν άτομα που εξετάζονται προφορικά, χωρίς να έχει υπάρξει τις περισσότερες φορές ειδική μέριμνα κατά τη διάρκεια προετοιμασίας τους για τις εξετάσεις. Μάλιστα, στο ακαδημαϊκό πλαίσιο, πόσο συχνά οι φοιτητές και οι φοιτήτριες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τον τρόπο εξέτασης τους, ώστε να αποδώσουν καλύτερα;

Στη συνέχεια, παρατηρούμε το πρόγραμμα σπουδών: σχολικό και ακαδημαϊκό, δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις υποχρεώσεις του κάθε ατόμου και της κάθε οικογένειας (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι φοιτητές που εργάζονται). Βέβαια, το πρόγραμμα πάντα οφείλει να είναι συγκεκριμένο και συνήθως τίθεται ζήτημα προτεραιοτήτων. Σε έκτακτες περιπτώσεις, όμως, διακρίνουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλλαγή (εκτός αν το πρόβλημα αφορά τον διδάσκοντα),  ενώ ειδικά στη σημερινή εποχή συνειδητοποιούμε ότι οι περισσότεροι συμπολίτες μας δεν έχουν πολλές εναλλακτικές να επιλέξουν, πέραν της δουλειάς τους.

Αν σταθούμε στον σχολικό χώρο, δυστυχώς, διακρίνουμε και άλλα προβλήματα που σχετίζονται με τους καθηγητές, τους γονείς των μαθητών και τους ίδιους τους μαθητές. Τα περισσότερα σχολεία αντιμετωπίζουν μέχρι και τα μέσα της σχολικής χρονιάς έλλειψη σε διδακτικό προσωπικό. Οι μαθητές και οι μαθήτριες, όμως, καλούνται να διαλέξουν κατεύθυνση σπουδών για τις εξετάσεις τους και την ένταξη τους στην ανώτατη εκπαίδευση. Πόσο προνομιούχος είναι ο μαθητής, που η κατεύθυνση που επιθυμεί, δεν έχει καθηγητές για να διδάξουν τα μαθήματα της; Η συνηθισμένη λύση είναι το φροντιστήριο, ακόμα και αν υπάρχουν καθηγητές. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπολογίζεται από κανέναν η δυνατότητα που έχει κάποια οικογένεια να στείλει το παιδί της (ή τα παιδιά της) στο φροντιστήριο. Οι γονείς από την πλευρά τους δεν προλαβαίνουν πάντα ή δεν έχουν και τη δυνατότητα να βοηθήσουν στη μελέτη των παιδιών τους. Είναι εύκολο να σκεφτούμε πόσο θα δυσκολευτεί στις σπουδές του ένας μαθητής που οι γονείς του μπορούν να τον βοηθήσουν στη μελέτη και μπορούν να τον εντάξουν και σε μια φροντιστηριακή τάξη, σε αντίθεση με εκείνον που δεν θα έχει καμία πρόσβαση σε αυτές τις «παροχές».

Επιπλέον, μείζον είναι και το ζήτημα της εκμάθησης ξένων γλωσσών. Το παιδί με διαφορετική καταγωγή, μπορεί να μάθει τη μητρική του γλώσσα μόνο στο σπίτι ή αλλιώς να πληρώσει, και όχι να την μάθει και να την εξασκεί με τη βοήθεια του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Αλλά και οι βασικές ξένες γλώσσες που χρειάζονται στις σπουδές, όπως τα αγγλικά και τα γαλλικά, δεν διδάσκονται επαρκώς στο σχολείο. Αν ο μαθητής δεν έχει φοιτήσει και σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών στη σχολική του ζωή, πρέπει να το κάνει στη φοιτητική του, ακόμα και αν δεν έχει τα χρήματα ή τελικά ακόμα και αν το κράτος οφείλει να του παρέχει τέτοιου είδους εκπαίδευση δωρεάν.

Τα μέλη του διδακτικού προσωπικού από την άλλη, άλλοτε έχουν και άλλοτε δεν έχουν τη δυνατότητα και τη διάθεση να προσπαθήσουν για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα στη δουλειά τους. Τι εννοώ με αυτό; Καθηγητές και καθηγήτριες με συμβάσεις, που δεν ανανεώνονται ή δε γνωρίζουν αν θα ανανεωθούν, που λήγουν κάθε καλοκαίρι ή που αντιστοιχούν σε μικρά μηνιαία εισοδήματα. Καθηγητές και καθηγήτριες που πρέπει να δουλέψουν σε περιοχές απομακρυσμένες και δύσκολα προσβάσιμες, και δεν διαθέτουν μεταφορικό μέσο ή το πρόγραμμα τυχόν δρομολογίων δεν μπορεί να «προσαρμοστεί» στην καθημερινότητά τους – αυτό βέβαια ισχύει και για μαθητές ή φοιτητές που πρέπει να «φάνε ώρα» για να φτάσουν στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιό τους ή πρέπει να αλλάξουν τόπο διαμονής. Αυτοί οι καθηγητές πόση ενέργεια είναι ικανοί να διαθέσουν στη δουλειά τους και πόσο εύκολα μπορούν να δεχθούν τις εκάστοτε αρνητικές αλλαγές στην εργασιακή τους ζωή; Κι όμως οι περισσότεροι εξ αυτών προσπαθούν συνεχώς, ακόμα και αν πρακτικά είναι αδύνατον, ενώ οι δυσκολίες είναι ελάχιστες για τους προνομιούχους με μόνιμες γεωγραφικές θέσεις και συμβάσεις εργασίας.

Γυρίζοντας πίσω στους μαθητές, η πρόσβαση στην ίδια εκπαίδευση και στις ίσες δυνατότητες μάθησης δεν είναι εφικτή. Μαθητικές μειονότητες που αποκλείονται λόγω ρατσισμού και λόγω κοινωνικής και πολιτικής στερεοτυπικής αντιμετώπισης, δεν έχουν την ευκαιρία να σπουδάσουν, όπως ο υπόλοιπος μαθητικός πληθυσμός. Λίγα αλλά χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα παιδιά των Ρομά, των τσιγγάνων, των μουσουλμάνων και των αλλοδαπών. Όποια θεσμική και επίσημη παρέμβαση και αν γίνει, ο φόβος του διαφορετικού παραμένει και επικεντρώνεται στο χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Η αντιμετώπιση είναι τέτοια, που δίνει ένα χαρακτήρα «φυσικού ελλείμματος» στα παιδιά, σαν να είναι αδύνατον να αλλάξουν τη «μοίρα» τους (μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία»). Ακόμα όμως και όταν γίνονται θετικές κεντρικές προσπάθειες, γίνονται σημαντικές παραλείψεις: πως ένα παιδί που έχει έρθει πρόσφατα στη χώρα τοποθετείται σε τάξη με βάση την ηλικία και όχι τις γνώσεις του; Πως ένα παιδί που προέρχεται από ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο, υποχρεώνεται να διδαχθεί στα πλαίσια ενός άλλου χωρίς τις απαραίτητες αλλαγές; Με άλλα λόγια πως η αφετηρία είναι ίδια για όλους;

Επίσης, υπάρχουν ειδικές ομάδες διδασκόμενων, που δεν έχουν την αντιμετώπιση που θα έπρεπε. Για παράδειγμα, άτομα με ειδικές ανάγκες που χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο, δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στους χώρους εκπαίδευσης, είτε επειδή το κράτος δεν μεριμνά για τους δημόσιους χώρους, είτε γιατί δε μεριμνά για τους χώρους εκπαίδευσης. Άτομα με προβλήματα ακοής ή όρασης, δεν έχουν πρόσβαση στο εκπαιδευτικό τους υλικό. Όσοι και όσες προέρχονται από σχολεία δεύτερης ευκαιρίας, αντιμετωπίζονται συχνά σαν τον «φτωχό συγγενή».

Τέλος, υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα που θα μπορούσαν να γραφτούν σε αυτό το κείμενο, αλλά επιλέγω κάποια πιο σημαντικά. Πόσες διαφορές και ανισότητες υπάρχουν μεταξύ των δύο φύλων στον χώρο της εκπαίδευσης; Γιατί υπάρχει μια «υποτιμητική ματιά» προς τα νυχτερινά σχολεία και τα ΕΠΑΛ; Γιατί υπάρχει καχυποψία απέναντι στη διαπολιτισμική εκπαίδευση; Είναι πράγματι δημόσια η παιδεία στη χώρα μας; Γιατί το σχολείο δεν εφοδιάζει τους μαθητές με τα κατάλληλα έγγραφα για την επάρκεια ξένης γλώσσας;

Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές ότι υπάρχουν μη προνομιούχοι στο εκπαιδευτικό σύστημα και πολλή δουλεία που πρέπει να γίνει ακόμα για μια δίκαιη και δημοκρατική εκπαίδευση. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μηδενίσουμε το υπάρχον σύστημα και τις προοδευτικές αλλαγές που έχουν μέχρι σήμερα. Δεν σημαίνει, ωστόσο, πως δεν οφείλουμε να κάνουμε αυτοκριτική και να ζητάμε και άλλες βελτιώσεις.

Γιώργος Λαμπρόπουλος, Φοιτητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας

Πηγή Εικόνας: https://images.app.goo.gl/1cd29dgF3Y1Di9pK9

(Visited 451 times, 1 visits today)

Κλείσιμο