Written by 1:18 μμ Αρθρογραφία, Αριστείδης Ρούνης, Βασίλης Τσιαπάλας, Γεωργία Βουτσά, Επικαιροτητα, Ευρυδίκη-Μαρία Παπανικολάου, Θανάσης Σκούφιας, Μαίρη Γκαλιανίδου, Ροή Πολιτικών Επιστημών

“Στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής, τα κράτη του κόσμου πρέπει να δαπανούν μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού τους στην αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων;” |Ομαδικό Άρθρο 6 Συντακτών

Εάν μια χώρα δεν έχει παγιώσει μια καλή εσωτερική πολιτική με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ελλείψεις, όσο μεγάλο ποσό και αν δαπανήσει σε εξοπλιστικά προγράμματα, καταλήγει να δίδει προς τη διεθνή κοινή γνώμη μια εικόνα αποσταθεροποίησης και ανασφάλειας, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνει να εδραιωθεί ως ισχυρή στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη.

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι η διερεύνηση ενός ζητήματος, που βρίσκεται συχνά στους τίτλους της επικαιρότητας. Ειδικότερα, μελετάται εάν υφίσταται η ανάγκη για τα κράτη του κόσμου να δαπανούν μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού τους στην αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων, στο πλαίσιο της άσκησης διεθνούς πολιτικής, έτσι όπως προβάλλεται και αναλύεται από την ομάδα αρθρογραφίας. Ξεκινώντας, απαραίτητο κατέστη το γεγονός να δοθεί μια πρώτη προσέγγιση του θέματος, με την υποβολή απάντησης στο ερώτημα από τους αρθρογράφους. Στο πλαίσιο της απάντησης στο ερώτημα, πραγματοποιήθηκε έρευνα στα περισσότερα πεδία συλλογής πληροφοριών που υπήρχε πρόσβαση, σχετικών με το θέμα της παρούσας. Αυτές αρχικά συγκεντρώθηκαν, ενώ στη συνέχεια έγινε επιλογή εκείνων των σημείων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον και συνδέονται με το ερευνητικό ερώτημα, ώστε να διαμορφώσει ο κάθε αρθρογράφος μια άποψη. Τέλος, αξιολογήθηκαν τα στοιχεία, ώστε να εξαχθούν τα συμπεράσματα επί του ζητήματος. Κύριο μέλημα κατά την σύνταξη, ήταν να αντιμετωπιστεί αυτό το σημαντικό ζήτημα με πνεύμα κατανόησης της πολιτικής που πιθανόν ακολουθεί κάθε κράτος.

Ως εισαγωγή, αξίζει να αναφερθεί ότι τα κράτη του κόσμου δαπανούν χρηματικά ποσά από τα «εθνικά ταμεία», προκειμένου να ενισχύσουν τις Ένοπλες Δυνάμεις τους. Και αυτό συμβαίνει καθώς από τη στιγμή που υφίσταται κυρίαρχη κρατική οντότητα, δικαιούται να διαθέτει εθνική άμυνα. Η εθνική άμυνα εξασφαλίζεται μέσω της ύπαρξης ανθρώπινου δυναμικού και υλικού. Το προσωπικό, που συνήθως αποτελείται από στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, μαζί με το υλικό, δηλαδή τους εξοπλισμούς, τα οχήματα και τα οπλικά συστήματα, αποτελούν τα μέσα άσκησης στρατιωτικής διπλωματίας. Η εφαρμογή στρατιωτικής διπλωματίας στοχεύει στην δημιουργία μιας δύναμης αποτροπής, ενάντια σε οποιονδήποτε επιβουλεύεται να διεκδικήσει ή, προχωρώντας παραπέρα, να καταλάβει εδάφη άλλου κράτους. Με αφορμή αυτές τις αμυντικές δαπάνες μιας χώρας, και επικεντρώνοντας την προσοχή στο δεύτερο μέσο, αυτό των εξοπλισμών, παρατίθενται παρακάτω οι απόψεις γύρω από το ζήτημα.

Ξεκινώντας, μπορεί να αναφερθεί ότι στην πολιτική που ακολουθεί γενικότερα μια κυβέρνηση κράτους, εντάσσεται ο τομέας της εθνικής άμυνας, όπου υφίσταται η χάραξη της λεγόμενης «αμυντικής πολιτικής». Έτσι, αδιαμφισβήτητα τα θέματα της εθνικής ασφάλειας και άμυνας θα πρέπει να βρίσκονται στο κέντρο κάθε πολιτικής ατζέντας. Εκτιμάται όμως, πως θα πρέπει αρχικά να εφαρμόζεται ένας καταμερισμός του προϋπολογισμού στους τομείς, που αφορούν τις εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους (υγεία, παιδεία, υποδομές κτλ) και εν συνεχεία να πραγματοποιείται κάποια αγορά ενός εξοπλιστικού προγράμματος. Ειδικότερα, εάν μια χώρα δεν έχει παγιώσει μια καλή εσωτερική πολιτική με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ελλείψεις, όσο μεγάλο ποσό και αν δαπανήσει σε εξοπλιστικά προγράμματα, καταλήγει να δίδει προς τη διεθνή κοινή γνώμη μια εικόνα αποσταθεροποίησης και ανασφάλειας, με αποτέλεσμα να μην επιτυγχάνει να εδραιωθεί ως ισχυρή στον παγκόσμιο πολιτικό χάρτη. Βέβαια, στην περίπτωση που κάποιο κράτος συνορεύει με μια χώρα που προβαίνει συνεχώς σε προκλητικές ενέργειες με σκοπό τη δημιουργία έντασης ή και κρίσης, τότε η ανάγκη προμήθειας εξοπλισμών αυξάνεται και δύναται να υπερτερεί έναντι της δαπάνης ποσών σε κάποιο έτερο της εθνικής άμυνας τομέα.

Συνεχίζοντας προς την ίδια κατεύθυνση, η δαπάνη σε εξοπλιστικούς σκοπούς, δεν αναιρεί την διαχρονική ανάγκη για περισσότερα χρήματα στη παιδεία και την υγεία. Και αυτό διότι, η ασφάλεια αρχικά είναι εσωτερική και καλλιεργείται μέσα από υγιείς και ορθολογικά σκεπτόμενους πολίτες που αντιμετωπίζουν με νηφαλιότητα τις εθνικιστικές εξάρσεις μιας άλλης χώρας. Πρέπει να γίνει σαφές ότι όταν δίνονται χρήματα στο τομέα υγείας κ παιδείας, αυτό συνιστά επένδυση στο μέλλον της χώρας. Δεν αποτελεί δαπάνη, αλλά μια επένδυση για το μέλλον της κοινωνίας μιας χώρας. Δημιουργείται δηλαδή, σύστημα παιδείας, προετοιμάζοντας τους πολίτες του αύριο. Δημιουργείται επίσης σύστημα υγείας καλύπτοντας τις ανάγκες του λαού, χωρίς να τον ωθείς στα χέρια του ιδιώτη και τη λογική «πλήρωσε ή πέθανε», ώστε το σύστημα δημόσιας και δωρεάν υγείας να βρεθεί στο επίκεντρο της εξυπηρέτησης των πολιτών ενός κράτους.

Περνώντας σε μια άλλη οπτική του ζητήματος, είναι σαφές ότι η ισχύς ενός κράτους, εκτός από την οικονομία του, εξαρτάται και από την στρατιωτική ισχύς του. Με την τρέχουσα μορφή του διεθνούς συστήματος, εύλογα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το εθνικό κράτος είναι ένας αναχρονισμός, που εξακολουθεί να αποτελεί το βασικότερο δομικό στοιχείο του διεθνούς συστήματος. Από αρχαιοτάτων χρόνων όμως, δύο είναι οι βασικές, αλλά όχι και οι μοναδικές, συνιστώσες της ισχύος των κρατών: ο πλούτος και η δύναμη. Κι αν ο πλούτος παραπέμπει στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας των κρατών, ο βασικός συντελεστής της δύναμης είναι οι στρατιωτικές δυνατότητες της εκάστοτε χώρας. Επιπλέον, η στρατιωτική ισχύς είναι και ένα από τα μέσα άσκησης εξωτερικής πολιτικής διαμέσου των αιώνων. Στη σύγχρονη εξωτερική πολιτική έχουν προστεθεί ο γραφειοκρατικός μηχανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών μιας χώρας, οι οικονομικές επιχειρήσεις που κατακτούν τις αγορές καθώς και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις (Μ.Κ.Ο).

Κι αν χώρες όπως, η Ελβετία, η οποία πρόσφατα ψήφισε υπέρ της αγοράς νέων μαχητικών αεροσκαφών, μία δαπάνη του ύψους 6 δισ. ελβετικών φράγκων, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Δανία κ.ά., επιθυμούν να έχουν ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, είναι λογικό χώρες όπως η Ελλάδα να έχουν τις ίδιες επιθυμίες για τις δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις. Αν και στη σημερινή συγκυρία εκτιμάται ότι, δεν υφίσταται στρατιωτική απειλή για την Ελλάδα από Βορρά, Δύση και Νότο, οι σοβαρές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εντάσεις, με σοβαρές αποσταθεροποιητικές τάσεις, τόσο στα δυτικά βαλκάνια, όσο και στη Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική, φαίνεται πως δύνανται να προκαλέσουν αύξηση στην περιφερειακή αστάθεια με μαζικότερες ακόμη εισροές προσφύγων και μεταναστών (παράτυπων ή οικονομικών), αλλά και προσπάθειες ανατροπής του status quo στην περιοχή. Φυσικά, πάγια ελληνική θέση αποτελεί το γεγονός ότι η Τουρκία και η πολιτική της ελίτ παραμένει η κυριότερη απειλή για την ελληνική ασφάλεια, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Αυτό αποδείχθηκε και από τα πρόσφατα γεγονότα του φετινού καλοκαιριού όπου και είχαμε την σημαντικότερη κρίση από το 1974. Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο των ανταγωνισμών τίθεται η απαίτηση για την χώρα να έχει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις για να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της στις περιοχές ενδιαφέροντος της.

Συνεχίζοντας, αν παρακολουθήσει κανείς τα «παιχνίδια», που εκτυλίσσονται στη σύγχρονη πολιτική και διπλωματική «σκακιέρα», η ανταγωνιστικότητα φαίνεται πως είναι εφάμιλλη της νέας εποχής. Ειδικότερα, στο πλαίσιο άσκησης και ανάπτυξης διεθνούς πολιτικής, τα κράτη και οι κυβερνήσεις αυτών, οφείλουν να κατέχουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε όλους τους τομείς και περισσότερο στον τομέα της εθνικής άμυνας. Για τον λόγο αυτό και για τη βέλτιστη λειτουργία του αμυντικού συστήματος και τη διατήρηση της εθνικής ασφάλειας, οι χώρες κρίνεται αναγκαίο να χρηματοδοτούν και να δαπανούν μέρος του κρατικού προϋπολογισμού για την αναβάθμιση του εγχώριου εξοπλισμού τους, αγοράζοντας σύγχρονα οπλικά μέσα. Εν γένει η θωράκιση και ο εφοδιασμός, με πακέτα εξοπλιστικών προγραμμάτων, ενός κράτους που έχει δράση σε διεθνές επίπεδο, εκτιμάται πως δεν έχει από μόνο του κάποιο αρνητικό πρόσημο, η κρισιμότητα και το «κακό» του ζητήματος, βέβαια, έγκειται αλλού. Δηλαδή, στο πως εν καιρώ πανδημίας και παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, τα κράτη θα καταφέρουν με μεθοδευμένο και ευφυή τρόπο να επενδύσουν στον τομέα της άμυνας κρατώντας παράλληλα την ισορροπία στην αγορά της εθνικής οικονομίας για την αποφυγή του κατακερματισμού της.

Περνώντας σε μια ακόμα οπτική πλευρά του ζητήματος, είναι γεγονός πως τα σύγχρονα κράτη του κόσμου δαπανούν υπέρογκα πόσα σε εξοπλιστικά προγράμματα. Παρότι ζούμε στην εποχή της διεθνούς ειρήνης, η οποία προάγεται μέσα από οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και των διαφόρων ΜΚΟ, μόνο κατάσταση ειρήνης δεν έχουμε βιώσει. Για την ακρίβεια οι πόλεμοι δεν τελείωσαν ποτέ, ενώ ακόμα και στις μέρες μας, ξεσπούν συνεχώς νέες συγκρούσεις. Και οι πόλεμοι χρειάζονται εξοπλισμό. Πόλεμοι εκτός Δύσης μεν, αρκετά σχετικοί με τη Δύση δε. Διότι τα κράτη της Δύσης, τα οποία διαμηνύουν την διεθνή ειρήνη, είναι εκείνα που είτε συμμετέχουν στους πολέμους, είτε με κάποιο τρόπο προκαλούν μια ένοπλη σύγκρουση, πραγματοποιώντας αγοραπωλησίες όπλων ανά την υφήλιο. Επί παραδείγματι, μετά την ελληνοτουρκική κρίση της θερινής περιόδου του τρέχοντος έτους, η Γαλλία προχώρησε στην πώληση αεροσκαφών στην Ελλάδα και αντιαεροπορικών συστημάτων στην Τουρκία. Γιατί το σύγχρονο εμπόριο, αποτελεί «οφθαλμό αντί οφθαλμού». Με λίγα λόγια, τα εξοπλιστικά προγράμματα είναι αρκετά επιζήμια, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό-πολιτισμικό επίπεδο και πρέπει να αποφεύγονται από τα κράτη. Όμως όταν εξοπλίζονται οι εχθροί και οι σύμμαχοι κάποιου κράτους, τότε ως λογικό επακόλουθο, πρέπει να εξοπλιστεί και αυτό με τη σειρά του, ώστε να αντιμετωπίσει την οποιαδήποτε πιθανή πρόκληση.

Συνοψίζοντας, όπως προκύπτει από τα παραπάνω κατά την ανάλυση του ζητήματος, είναι ένα «κοινό μυστικό» ότι η εθνική άμυνα είναι ένας πολύ σημαντικός τομέας άσκησης πολιτικής από τα κράτη και είναι σημαντικό αυτά να εξοπλίζονται με τελευταίας τεχνολογίας μέσα. Ιδιαίτερα στο σύγχρονο γεωπολιτικό περιβάλλον, διάφορα κυρίαρχα κράτη διαμορφώνουν την πολιτική τους και επηρεάζουν τις εξελίξεις στην καθημερινή «διπλωματική σκακιέρα». Από τη μια πλευρά οι χώρες γνωστές ως «Μεγάλες Δυνάμεις» και από την άλλη πλευρά οι χώρες με μικρότερες οικονομικές δυνατότητες. Αξίζει επίσης να επισημανθεί, ότι υφίσταται επιπλέον άσκηση πολιτικής από τους διεθνείς οργανισμούς, όπου συμμετέχουν τα λεγόμενα «ισχυρά κράτη» ως κράτη-μέλη. Έτσι, παρατηρείται η πολιτική δράση πολλών «διεθνών παικτών», οι οποίοι αλληλεπιδρούν με στόχο την προάσπιση των συμφερόντων τους.

Ωστόσο, τίθεται το δίλημμα, «που να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα, στην εθνική άμυνα, στην υγεία ή στην παιδεία;». Είναι ένα εύλογο ερώτημα, καθώς για να υφίσταται ένα κράτος απαιτούνται δαπάνες σε όλους τους σημαντικούς τομείς του. Οι τομείς αυτοί είναι αλληλένδετοι και πραγματοποιούνται συνεργασίες μεταξύ των συναρμόδιων υπουργών των κυβερνήσεων, ώστε να καταβληθούν προσπάθειες για την λεγόμενη εξυγίανση του κράτους, καθ’ως γίνεται αντιληπτό ότι αυτό θα επιτευχθεί μέσω μιας πολυδιάστατης «έξυπνης πολιτικής» στη διαχείριση των χρηματικών ποσών που βρίσκονται στα κρατικά ταμεία.

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ:

Αριστείδης Ρούνης, Φοιτητής Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ:

Γεωργία Βουτσά, Φοιτήτρια Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

Μαίρη Γκαλιανίδου, Φοιτήτρια Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

Ευριδίκη- Μαρία Παπανικολάου, Φοιτήτρια Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ

Θανάσης Σκούφιας, Φοιτητής Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

Βασίλης Τσιαπάλας, Φοιτητής Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

Πηγή Εικόνας: https://www.google.com/search?q=%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%80%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC+%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1&rlz=1C1CHBD_enGR919GR919&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=2ahUKEwjv7d_p0K7sAhVEtHEKHVdSAZ4Q_AUoAnoECAwQBA&biw=1920&bih=969#imgrc=hkPDBbJS6TgfLM

(Visited 84 times, 1 visits today)

Κλείσιμο