Το κατεστημένο. Το ισχυρό, γνώριμο και πολλές φορές μισητό κατεστημένο που έρχεται να μας οργανώσει και να μας κατευθύνει είναι η κρυφή αιτία για την αργοπορία στα ραντεβού μας με την αλλαγή. Από τη μία ο ελληνικός συντηρητισμός και από την άλλη η κυρίαρχη γνώση για την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων μας δυσκολεύουν να αποδεχτούμε καταστάσεις που ξεφεύγουν από το πλαίσιο των εμπειριών μας. Η προσαρμογή της ελληνικής κοινωνίας στην όποια νέα συνθήκη που ξεφεύγει από το γνώριμο είναι θεαματικά δύσκαμπτη. Πριν φτάσουμε, όμως, στο αποτέλεσμα αυτής της δυσκαμψίας θεωρώ πως χρειάζεται να προχωρήσουμε σε μια μικρή ανάλυση κι ένα παράδειγμα.
Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, η γνώση αποτελείται από αφηγήσεις, δηλαδή από ιστορίες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε την εμπειρία μας. Οι αφηγήσεις αυτές, που ως επί το πλείστον διαμορφώνονται από πολιτισμικά στοιχεία, αναδεικνύουν το πλαίσιο εξέλιξης μιας κοινωνίας και η εγκαθίδρυση τους γίνεται μέσω του λόγου που μπορεί να ασκήσει εξουσία και να επηρεάσει το κοινωνικό υποκείμενο. Με αυτόν τον τρόπο οι αφηγήσεις γίνονται κυρίαρχες, έγκυρες και αληθινές και είναι σε θέση να διαμορφώσουν το πλαίσιο δράσης – αντίδρασης, υπακοής – ανυπακοής. Με τη σειρά του το υποκείμενο αποδέχεται τις “επιβλητικότερες” αφηγήσεις και άρα την γνώση του κυρίαρχου μέρους και ο κοινωνικός ιστός, από την ατομική σφαίρα μέχρι την ευρύτερη κοινωνική, διαμορφώνεται βάσει κοινού αξιακού κώδικα. Μπορούμε, επομένως, να πούμε πως η κατασκευή της πραγματικότητας είναι ένα οργανωμένο σύστημα κυρίαρχων αφηγήσεων και κοινωνικών κατασκευών που εκπορεύονται από το εκάστοτε “αυτο – ανατροφοδοτούμενο” κατεστημένο.
Μέχρι ένα σημείο το κατεστημένο μας βοηθά να νιώσουμε ασφάλεια και σιγουριά για το αύριο και να αντιμετωπίσουμε το απρόβλεπτο με σχετική ψυχραιμία αφού μας έχει μάθει μηχανισμούς αντιμετώπισης που ταιριάζουν στους κανόνες του. Ωστόσο, το βασικότερο μειονέκτημα του – και ίσως αυτό που θρέφει το προαναφερόμενο μίσος – είναι ότι στερείται ευελιξίας όταν φτάνει η στιγμή να αλλάξει μια δομή του και κυρίως μια δομή που αφορά στην κυρίαρχη ηθική και στερεοτυπική συμπεριφορά των κοινωνικών υποκειμένων. Ο λόγος είναι πως οι παραπάνω ουσίες αποτελούν προσωπικές εκφράσεις των ατόμων και άρα είναι δύσκολο να ελεγχθούν, γι΄ αυτό και πρέπει να κινούνται μέσα στα στενά όρια των κυρίαρχων αφηγήσεων. Γνωρίζοντας πως το κατεστημένο βασίζεται στο γνωστό, στο οικείο, στο εύκολο είναι λογικό οι όποιες αντιρρήσεις δημιουργούνται από ομάδες που δεν συμφωνούν με την κυρίαρχη αφήγηση μιας συγκεκριμένης εμπειρίας, είτε να απορρίπτονται αμέσως είτε να χρειάζονται χρόνο για να γίνουν αποδεκτές.
Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό – έγκυρο – αληθινό από το πατριαρχικό κατεστημένο το σχήμα της θηλυκότητας που δεν απορρέει από την γυναίκα. Όταν άντρες έχουν χαρακτηριστικά που θεωρούνται στερεοτυπικά θηλυκά (π.χ. ευαισθησία, ενσυναίσθηση) η ελληνική αφήγηση γύρω από την πρέπουσα αντρική συμπεριφορά ταράζεται και καλείται να προσαρμοστεί σε νέα, “άγνωστα” δεδομένα. Μέχρι όμως το κατεστημένο να ζεστάνει τις μηχανές του το άτομο πρέπει να υπομείνει ένα εύρος συμπεριφορών που πολλές φορές κυμαίνονται μεταξύ προσβολής και κακοποίησης.
Που θέλω να καταλήξω με όλα αυτά; Μα φυσικά στην υπενθύμιση πως υπάρχουμε για να υπάρχουν και οι άλλοι. Όπως θέλουν, όπως μπορούν και όπως εκφράζονται καλύτερα. Είναι εύκολο να διατηρήσουμε μια πεποίθηση παρά να μπούμε στην διαδικασία να αναθεωρήσουμε ή ακόμα και να δημιουργήσουμε μια νέα. Είναι, όμως, δίκαιο να παραχωρήσουμε λίγη από την άνεση μας για να πάρουν ανάσα και οι εκείνοι που “δεν υπάρχουν” γιατί υπάρχουμε εμείς. Έχουμε άλλωστε διαπιστώσει πως κατεστημένες, αεικίνητες νοοτροπίες οδηγούν σε μονοδιάστατη λογική που όπως όλα δείχνουν έχει βοηθήσει αποκλειστικά και μόνο στη συντήρηση καταπιεστικών προτύπων.
Σχετικά, λοιπόν, με εκείνα τα ραντεβού που λέγαμε νωρίτερα – και όπως λατρεύουν να μας υπενθυμίζουν οι εφοριακοί – καλό θα ήταν να μην είμαστε εκπρόθεσμοι στις υποχρεώσεις μας και εν προκειμένω στις κοινωνικές αλλαγές που πιέζουν για ένα καλύτερο παρόν.
Ελένη Βασιλοπούλου, Κοινωνιολόγος





