Από τον πόλεμο στην Ουκρανία έχουν προκύψει διάφορες λίστες με ονόματα τα οποία δέχονται κυρώσεις εξαιτίας των στενών τους σχέσεων με το καθεστώς Πούτιν. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και πολλά ονόματα τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται σε καμία λίστα διότι ίσως να μην έχουν άμεση σχέση με τον Ρώσο Πρόεδρο, αλλά έχουν άμεση σχέση με τον πόλεμο και επωφελούνται από αυτό.
Όσο αναχρονιστικό και αν ακούγεται εν έτη 2022, ο πόλεμος διεξάγεται σε ευρωπαϊκό έδαφος με όπλα. Είναι πλέον βέβαιο, μετά τις αποκαλύψεις για τα γεγονότα στην πόλη Μπούτσα έξω από το Κίεβο, πως αυτά τα όπλα χρησιμοποιήθηκαν εναντίον αμάχων. Στη συνέχεια ο Ουκρανός υπουργός εξωτερικών ζήτησε από τα κράτη της ομάδας G7 να επιβάλλουν επιπλέον κυρώσεις στη Ρωσία. Και αυτό είναι σχετικά παράλογο αν αναλογιστεί κανείς πως τα ίδια αυτά κράτη κερδίζουν εκατομμύρια πουλώντας όπλα στον ρωσικό στρατό.
Όπως φαίνεται από την επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις 31 Ιουλίου 2014 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αφορμή την ρωσική εισβολή στην Κριμαία, αποφάσισε την απαγόρευση πώλησης όπλων από τα Κράτη Μέλη προς την Ρωσία από την 1η Αυγούστου 2014. Προκαλεί λοιπόν ενδιαφέρον το γεγονός πως από το 2015 έως το 2020, σύμφωνα με στοιχεία του Συμβουλίου Εξαγωγών Συμβατικών Όπλων (COARM)οι εξαγωγές όπλων των Κρατών Μελών προς την Ρωσία έφτασαν τα 346 εκατ. ευρώ. Αυτό οφείλεται σε μια μικρή λεπτομέρεια που κρύβεται στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αναφέρει πως εξαιρούνται από την απαγόρευση όσες άδειες και συμβάσεις συνήφθησαν νωρίτερα από την 1η Αυγούστου του 2014, και τα συμπληρώματα συμβάσεων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των συμβάσεων αυτών.
Με βάση λοιπόν και τα δεδομένα του COARM αλλά και της γαλλικής ερευνητικής ομάδας Disclose, η Γαλλία από το 2015 μέχρι και το 2020 έχει ενισχύσει την ρωσική πολεμική μηχανή με εξοπλισμούς αξίας 152 εκατ. ευρώ με τις άδειες να εκτοξεύονται το 2015, ένα μόλις έτος μετά το εμπάργκο όπλων κατά της Ρωσίας. Σε ερωτήσεις της Disclose και του Investigate Europe, το γαλλικό υπουργείο άμυνας απάντησε λακωνικά πως πρόκειται για «κατάλοιπα παλαιότερων συμβάσεων». Οι συμβάσεις αφορούν από θερμικές κάμερες για άρματα μάχης και ελικόπτερα, μέχρι βόμβες, πυραύλους και βλήματα κατασκευασμένα από τις βιομηχανίες Safran και Thales, κύριος μέτοχος των οποίων είναι το γαλλικό κράτος.
Ακολουθεί η Γερμανία η οποία από το 2015 έως το 2020 έχει προμηθεύσει το ρωσικό κράτος με τυφέκια και διαφόρων ειδών οχήματα μάχης αξίας 21,8 εκατ. ευρώ με την δικαιολογία πως πρόκειται για εξοπλισμό διπλής χρήσης, που σημαίνει πως εκτός από στρατιωτικούς λόγους μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς. Η Γερμανική κυβέρνηση αρνείται να σχολιάσει στον μέχρι και σήμερα.
Μια ακόμη υπολογίσιμη δύναμη που προμηθεύει με θανατηφόρα όπλα των ρωσικό στρατό είναι η Ιταλία. Αν και στην περίπτωση της Ιταλίας το ποσό της αξίας των συμβάσεων κατεβαίνει στα 22,5 εκατ. ευρώ, προκύπτει ένα νέο θολό σημείο. Με βάση τα στοιχειά που δημοσίευσε η Itstat, η ιταλική στατιστική αρχή, από τον Ιανουάριο του 2021 μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, πούλησε στην Ρωσία πολεμικό εξοπλισμό αξίας 21,9 εκατ. ευρώ, μόνο που αυτή τη φορά ο αγοραστής δεν ήταν απευθείας η επίσημη ρωσική κυβέρνηση αλλά κάποιες παραστρατιωτικές οργανώσεις και κάποια «ειδικά» σώματα του ρωσικού στρατού.
Τα υπόλοιπα επτά Κράτη Μέλη από τα δέκα είναι η Τσεχία, η Σλοβακία, η Κροατία, η Φινλανδία, η Ισπανία, η Αυστρία, και η Βουλγαρία που όμως στο καθένα αντιστοιχούν μικρά ποσά χωρίς αυτό να σημαίνει πως μειώνεται το μερίδιο ευθύνης τους. Μάλιστα πολλοί αναλυτές επιμένουν πως το μόνο που είχαν να κάνουν τα ευρωπαϊκά κράτη για να ακυρώσουν τις συμβάσεις ήταν να προσφύγουν σε δίκη με τις κατασκευάστριες εταιρείες οπού θα λαμβάνονταν υπόψη α) η ανάγκη εφαρμογής μιας ευρωπαϊκή οδηγίας και β) οι γεωπολιτικές εξελίξεις με κόστος ανθρώπινες ζωές.
Και φυσικά από αυτή τη λίστα δεν θα μπορούσε να λείπει και το ρωσικό κράτος το οποίο ακόμη και αν έχει υποστεί κυρώσεις, σημαντικοί τομείς του όπως οι εξορύξεις και οι πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχουν τριπλασιάσει τα κέρδη τους. Χάρη σε αυτούς τους δύο τομείς, το ρωσικό κράτος με βάση τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας μπορεί να υπολογίζει σε μείωση του ΑΕΠ του, όχι από μεγαλύτερη από 11,2% ενώ την ίδια στιγμή του ουκρανικό ΑΕΠ θα μειωθεί κατά 45,1%. Πιο συγκεκριμένα ήδη από τον Ιανουάριο του 2022, η Ρωσία σημείωσε κέρδη από το φυσικό αέριο μέσω αγωγών, που ξεπερνούν τα 9,5 δισ. δολάρια, και από το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) 1,3 δισ. ευρώ ενώ τον Ιανουάριο του 2021 τα αντίστοιχα κέρδη ήταν μόλις 3,4 δισ. ευρώ. Οι προβλέψεις του πρακτορείου Bloomberg εκτιμούν πως το 2022 τα συνολικά έσοδα του ρωσικού κράτους από τις εξαγωγές ενέργειας θα ξεπεράσουν τα 300 δισ. δολάρια ενώ το 2021 ήταν κάτι λιγότερο από 250 δισ. δολάρια. Ακόμη και αν οι αγωγοί της Ρωσίας γίνουν αντικείμενο ευρωπαϊκών κυρώσεων τότε η Ρωσία θα χάσει μόλις 42 δισ. δολάρια εντός του 2022.
Φυσικά και απαιτεί μεγάλες οικονομικές θυσίες η επιβολή κυρώσεων στο ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο από την πλευρά των Ευρωπαίων. Εκτός από την ενεργειακή εξάρτηση, υπάρχει πάντα και η επισιτιστική κρίση καθώς η Ουκρανία και η Ρωσία καλύπτουν από κοινού σχεδόν το ένα τέταρτο της παγκόσμιας παραγωγής σιτηρών, παράγοντας 102 εκατ. τόνους ετησίως. Υπάρχουν όμως περιθώρια ώστε να αντιδράσει η Ε.Ε. με κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο χωρίς να φοβάται για την διακοπή παροχής φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, η Ευρώπη μπορεί να αντικαταστήσει έως και το 50% του ρωσικού φυσικού θυσιάζοντας όμως σε σημαντικό βαθμό τους στόχους της για πράσινη ενέργεια καθώς θα έπρεπε να βασιστεί αρκετά στον λιγνίτη και την πυρηνική ενέργεια. Την Τρίτη 19 Απριλίου ο Γάλλος υπουργός εξωτερικών Μπρουνό Λε Μερ, ανακοίνωσε πως η Γαλλία σκοπεύει να πείσει τους 27 για εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο, γνωρίζοντας τις συνέπειες που μπορεί να ακολουθήσουν.
Την ίδια στιγμή που περισσότεροι από 4,6 Ουκρανοί έχουν εγκαταλείψει την χώρα τους εξ αιτίας του πολέμου, υπάρχουν κράτη που επωφελούνται από την κατάσταση αυτή και την διάρκεια της. Κράτη που εμφανίζονται διστακτικά στην επιβολή κυρώσεων μόνο και μόνο για να διατηρήσουν την εύνοια του ρωσικού κράτους και τις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η συνεργασία με τη Ρωσία δεν είναι μονόδρομος. Ο πόλεμος των ιμπεριαλιστών επιστρέφει στην Ευρώπη, και η απληστία των καπιταλιστών εκτός από τριτοκοσμικές χώρες, χτυπά πλέον και δυτικού τύπου αστικές δημοκρατίες.
Χρίστος Σαββουλίδης, Φοιτητής Πολιτικής Επιστήμης





