Written by 6:06 μμ Αρθρογραφία, Επικαιροτητα, Ορέστης Μπέλεσης

Η εξέλιξη της πλουραλιστικής Δημοκρατίας μέσα από την σχέση πολιτικών κομμάτων και ομάδων συμφερόντων | Ορέστης Μπέλεσης

Η πολιτική παιδεία μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από την ίδια την συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, ώστε ο ίδιος να μην αισθάνεται το πολιτικό και ιδεολογικό κενό αντιπροσώπευσης που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια…

Τα κόμματα πρωταγωνιστούν σαν θεσμοί πολιτικής εκπροσώπησης καθορίζοντας τη διεύρυνση των ορίων του πολιτικού συστήματος και μετατρέπονται σε διαχειριστές της εξουσίας. Προσδιορίζοντας τις εξελίξεις, διαπλάθουν το πολιτικό σύστημα, το εξελίσσουν, συμμετέχοντας σε μια φιλελεύθερη μεταπολιτευτική δημοκρατία που χαρακτηρίστηκε από πολλούς ιστορικούς ως «κομματική». Παράλληλα, οι ομάδες συμφερόντων (συνδικάτα, ενώσεις εργοδοτών κλπ.), μεταπολιτευτικά, είχαν καταλυτική επίδραση στον εκδημοκρατισμό και εξευρωπαϊσμό της ελληνικής κοινωνίας , επιδιώκοντας την άσκηση επιρροής στις δημόσιες πολιτικές με συγκρουσιακό πολλές φορές τρόπο, εξυπηρετώντας τα ιδιοτελή τους συμφέροντα. Παρ ’όλα αυτά, έπειτα από την οικονομική κρίση, χάνουν ένα σημαντικό κομμάτι της επιρροής του με την ανάδυση εναλλακτικών μορφών διεκδίκησης της κοινωνίας των πολιτών. Από την παραπάνω περιγραφή, συνάγεται ότι η σχέση τους βασίζεται στην αλληλεξάρτηση, εφόσον τα πολιτικά κόμματα προσπαθούν να ικανοποιούν τα αιτήματα των ομάδων συμφερόντων με αντάλλαγμα την πολιτική τους στήριξη.

Οι κύριες θεωρίες που επικρατούν όσον αφορά την εμφάνιση και την ανάπτυξη των κομμάτων σχετίζονται με την εξέλιξη των δημοκρατικών θεσμών (Duverger) και την ύπαρξη σύνθετου πλέγματος κοινωνικών, ιδεολογικών, πολιτικών, οικονομικών και γεωγραφικών διαιρετικών τομών (Lipset & Rokkan). Σύμφωνα με την κοινωνιολογική θεωρία και με βάση την οργανωτική τους δομή, τα κόμματα εμφανίστηκαν ως κόμματα στελεχών, μέλη μιας περιορισμένης ελίτ, όταν τα πολιτικά δικαιώματα ήταν περιορισμένα. Στις αρχές του 20ου αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση δημιουργεί πολυπληθή εργατική τάξη, με αποτέλεσμα να ενσωματώνεται πολιτικά μέσω της κυρίαρχης ιδεολογίας και την μαζική οργάνωση μελών (μαζικά κόμματα). Πρώτο μαζικό κόμμα στην Ελλάδα θεωρείται το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Έπειτα, εμφανίζονται τα πανσυλλεκτικά κόμματα, απόρροια της «χρυσής εποχής του καπιταλισμού», στοχεύοντας την επιρροή πάνω στο κράτος και τη διείσδυση σε αυτό. Συνιστούν τον προάγγελο των «κομμάτων καρτέλ» που επικρατούν τα τελευταία 30 χρόνια, απόρροια της κρατικής χρηματοδότησης (τακτική και εκλογική) που λαμβάνουν από τον προϋπολογισμό.

Η τάση των πολιτών να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή μέσω των κομμάτων χαρακτηρίζεται από εναλλασσόμενες κύκλους με κριτήριο την απογοήτευση του ατόμου και τις υπάρχουσες κυρίαρχες πολιτικές συνθήκες. Αναμφίβολα, τη δεκαετία του 80’, με την κρίση του κράτους πρόνοιας, τις πετρελαϊκές κρίσεις και την άνοδο της «Νέας Δεξιάς», παρατηρείται σταθερά μια απομάκρυνση από την ενασχόληση με την πολιτική, μια αποϊδεολογικοποίηση, που πηγάζει κυρίως από την επαγγελματικοποίηση της πολιτικής, την καινοτομία του «New Public Management» στη δημόσια διοίκηση, την πελατειακή σχέση των κομμάτων με τους ψηφοφόρους και το «τέλος των ιδεολογιών» μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οδηγώντας τα μορφωμένα κοινωνικά στρώματα σε νέες μορφές συμμετοχής μεταϋλιστικού χαρακτήρα (βλ.δράσεις για το περιβάλλον), που ενδυναμώνουν την κοινωνία των πολιτών.

Οι παραπάνω τάσεις έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τα δεδομένα που επικρατούν στην Ελλάδα τη δεκαετια του 80΄. Η άνοδος του βιωτικού επιπέδου μέσω ενός παροχικού κράτους που λειτουργεί πατερναλιστικά σηματοδοτεί την ισχυρή επιρροή των κομμάτων, με τις ομάδες συμφερόντων να συμμετέχουν ενεργά στην πολιτική ζωή, διεκδικώντας δικαιώματα και απαιτήσεις. Πολλές φορές με την παρουσία συνδικαλιστικών οργανώσεων λειτουργούν σαν ομάδες πίεσης. Χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτικού συστήματος ήταν η διπολική δυναμική ανταγωνισμού για την κατάκτηση εξουσίας, μέχρι την κατάρρευση του δικομματισμού(2012). Η οικονομική κρίση και η δημοσιονομική προσαρμογή εξαθλίωσε τον λαό, οδηγώντας τον στην απαξίωση των κομμάτων και σε νέες μορφές συμμετοχής των πολιτών ( εθελοντικές οργανώσεις, ΜΚΟ), συμβαδίζοντας ομόρροπα με την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία των πολιτών.

Όπως η πορεία των πολιτικών κομμάτων έχει μεταβληθεί με τα χρόνια, έτσι και ο χώρος που βρίσκεται ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος, οι ομάδες συμφερόντων παρουσιάζουν αξιοπρόσεκτο ενδιαφέρον αναφορικά με την ιστορική τους εξέλιξη και την προσαρμοστικότητα που διαθέτουν. Σύμφωνα με τον Μ.Σπουρδαλάκη, μετά την μεταπολίτευση και μέχρι τη δεκαετία του 80΄,οι ομάδες συμφέροντος αποκτούν οργανωτική αυτοδυναμία, έπειτα(1981-1993), ολοκληρώνεται η κομματικοποίηση, οι ομάδες συμφέροντος εμπεδώνουν την «πολυλειτουργικότητα» της παρουσίας τους και αρχίζουν οι πρώτες τριβές που θα δημιουργήσουν τις προυποθέσεις για τη σχετική αυτονόμηση τους. Τέλος το διάστημα 1993-2004, οι ομάδες συμφέροντος κατορθώνουν να κατακτήσουν την αυτοτέλεια τους από τα κόμματα, με διάφορες απόψεις να έχουν ειπωθεί για τη λειτουργία τους και το είδος κορπορατισμού που προσιδιάζει στην ελληνική πραγματικότητα (ολιγαρχικός πλουραλισμός, συσσωρευτικός κορπορατισμός, πελατειακός κορπορατισμός) ανάλογα με την επιρροή τους στην εφαρμογή δημόσιων πολιτικών.

Για αυτό και η εξέλιξη των ομάδων συμφερόντων στο πλαίσιο του κοινωνικού κορπορατισμού και ο ρόλος τους στη σύγχρονη φιλελεύθερη πλουραλιστική δημοκρατία αποτελεί αμφιλεγόμενο ζήτημα, ως προς την δυναμική, συγκρουσιακή εξέλιξη της δημοκρατίας. Σύμφωνα με την αρχή της πολυαρχίας (Dahl), οι ομάδες συμφέροντος συνεισφέρουν στην πολιτική εκπαίδευση των πολιτών, στην πολιτική διεκδίκηση και την ενίσχυση της σχέσης του πολίτη με το κράτος σε μια διαβουλευτική δημοκρατία. Επιπλέον, οι ομάδες συμφέροντος βοηθούν στον έλεγχο της κυβερνητικής αυθαιρεσίας, χωρίς να κυριαρχεί κάποια ελίτ, αφού κάθε ομάδα αφοσιώνεται στη δική της σφαίρα δράσης, λετουργώντας σαν θεσμικό αντίβαρο. Το πλουραλιστικό μοντέλο απαντάται σε μεγάλο βαθμό στις Η.Π.Α.

Από την άλλη μεριά, πολλοί χαρακτηρίζουν την πλουραλιστική προσέγγιση επιφανειακή. Πράγματι, ο πλουραλισμός αγνοεί την μεροληψία της πολιτικής κουλτούρας και του πολιτικού συστήματος υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων, μη μπορώντας να σταθεί ουδέτερος επιδιαιτητής. Αναμφίβολα, θα ήταν ουτοπία να ισχυριστεί κάποιος πως οι ομάδες συμφερόντων ανταγωνίζονται με τους ίδιους όρους ασκώντας την ίδια πολιτική επιρροή. Λειτουργώντας πολλές φορές σαν ομάδες πίεσης, οδηγούνται σε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ τους, με σημαντικό αντίκτυπο στην οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Πάντως, διαπιστώνεται πως αυτή η αμφίδρομη επιρροή μεταξύ τους δεν έχει πάντα ειρηνικές διαθέσεις ούτε διεξάγεται στη βάση ενός συναινετικού εποικοδομητικού διαλόγου με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Μετά την εφαρμογή των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, ιδιαίτερα συχνή υπήρξε η κήρυξη απεργιών(42 γενικές απεργίες από το 2010-2014) από τις 2 συνομοσπονδίες σε αντίδραση στα κυβερνητικά μέτρα που έθιγαν τους εργαζόμενους «εντός των τειχών(insiders)». Χαρακτηριστικά άλλα παραδείγματα έντονων αντιπαραθέσεων υπήρξε και η μεταρρύθμιση της συνταξιοδοτικής πολιτικής το 2001 (Ν.Γιαννίτση) που δεν έφτασε καν στη Βουλή λόγω αντιπαραθέσεων, η απεργία ιδιοκτητών ταξί στο πλαίσιο της απελευθέρωσης παραχώρησης αδειών το 2011, όπως και οι οξύτατες αντιδράσεις που οδήγησαν στην εξαφάνιση της πολυεθνικής εταιρίας Uber στην Ελλάδα. Οι παραπάνω ομάδες, μαζί με περιβόητα κινήματα (βλ. κίνημα «Δεν πληρώνω») εντάσσονται σε μια αντιδημοκρατική κοινωνία των πολιτών (“uncivil society”), έχοντας σαν κύριες αιτίες για την ανάδυση τους την οικονομική εξαθλίωση, την δημοσιονομική προσαρμογή, την κρίση των αξιών και τον ατομικισμό.

Η εξέλιξη της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας μέσα από συγκρούσεις υπό το πρίσμα συγκεκριμένων εξελίξεων, μαρτυρά την εξέλιξη της σε ένα νέο είδος μεταντιπροσώπευσης στη μετανεοτερικότητα. Η πανδημική κρίση έχει βοηθήσει στο να μετατραπεί η άλλοτε κορπορατιστική ή ελιτίστικη δημοκρατία με στοιχεία συγκεντρωτισμού, σε μια ανοιχτή, αποκεντρωτική,συμμετοχική δημοκρατία. Ειδικότερα, οι πολίτες του 21ου αιώνα, με την βοήθεια της τεχνολογίας μπορούν να έχουν περισσότερες ευκαιρίες για «ηλεκτρονική δημοκρατία (Steven Clift)»,με περισσότερες ευκαιρίες για προτάσεις, δημιουργία νόμων, τακτικά δημοψηφίσματα (βλ. Ελβετία) και άμεση παρέμβαση των ενεργών πολιτών. Το θεσμικό αντίβαρο της λαϊκής κυριαρχίας που εκφράζεται μέσα από την κρίση κοινοβουλευτισμού είναι οι ίδιοι οι πολίτες. Για αυτό και θα είχε εξαιρετικά μεγάλο ενδιαφέρον ένα βουλευτικό σώμα αποτελούμενο από συγκεκριμένο, δειγματοληπτικό και αντιπροσωπευτικό αριθμό πολιτών που θα αλλάζει κάθε μήνα με σκοπό την ουσιαστική πολιτική συμμετοχή πολιτών και με την δυνατότητα αρνησικυρίας(veto) σε νομοσχέδια. Η πολιτική παιδεία μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από την ίδια την συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, ώστε ο ίδιος να μην αισθάνεται το πολιτικό και ιδεολογικό κενό αντιπροσώπευσης που κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια…

Ορέστης Μπέλεσης, Σύμβουλος επιχειρήσεων

Πηγή Εικόνας: https://www.google.com/search?q=%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B7&rlz=1C1GIGM_enGR866GR866&sxsrf=AOaemvIVhrTindenzwTjYx9delI15v-cXA:1630678005533&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=2ahUKEwjrtYz6_OLyAhU9gf0HHZhQAU0Q_AUoAXoECAEQAw&biw=1680&bih=939#imgrc=JSbmXjErpRRWRM

(Visited 62 times, 1 visits today)

Κλείσιμο