Το λαϊκό θυμικό, αφουγκράζεται συνήθως το ναυτικό Αγώνα του 21, μέσα από ναυμαχίες ανάμεσα σε ιστιοφόρα πλοία, ρεσάλτα και γάντζους από το ένα πλοίο στο άλλο ενώ γενναίοι μπουρλοτιέρηδες αναμένουν την κατάλληλη στιγμή με το δαδί στο χέρι. Τα εξοπλισμένα πλοία του Αγὠνα συμμετείχαν όμως και σε άλλου είδους πολεμικές επιχειρήσεις όπως η μεταφορά στρατιωτικών σωμάτων, η διάδοση του μηνύματος της λευτεριάς, η προμήθεια σε εφόδια και υλικά στους εξαθλιωμένους πληθυσμούς αλλά και η επιτήρηση των Στενών του Ελλησπόντου για την ξαφνική κάθοδο των Οθωμανικών πλοίων.[1] Η δραστηριότητα που θα απασχολήσει την παρούσα εργασία, είναι η ανάδειξη του ναυτικού αποκλεισμού ως πολεμική και οικονομική δραστηριότητα στην Επανάσταση. Ως μελέτη περίπτωσης εξετάζεται το τεκμήριο με αύξων αριθμό 011 του Φακέλου 062 ο οποίος φέρει τίτλο Γραμματεία Ναυτικών από το Καποδιστριακό Αρχείο των Γενικών Αρχείων του Κράτους(Γ.Α.Κ.). [2] Το έγγραφο αυτό αφορά την δράση του τρεχαντηρίου Ορέστης κατά την πολιορκία του Κάστρου του Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1822.

Το τρεχαντήρι ως πλοίο και η πολιορκία του Ναυπλίου το 1822
Το εμπόριο μεγάλων και μεσαίων αποστάσεων στην ανατολική Μεσόγειο τον 18ο αιώνα, εξυπηρετούνταν από μεγάλα πλοία χωρητικότητας άνω των 180 τόνων όπως το βρίκι ή η πολάκα. Μολοταύτα, οι καθημερινές ανάγκες των νησιωτών και των ναυτότοπων, το λεγόμενο εμπόριο μικρών αποστάσεων, καλύπτονταν από μικρότερης χωρητικότητας πλοίων όπως το τρεχαντήρι ή αλλιώς τρεχαντήριο[3] χωρητικότητας από τρεις έως δέκα τόνους. Έφερε έναν ή δύο κατάρτια και τριγωνικά ιστία ενώ το πλήρωμα του κυμαίνονταν από 10 έως 15 άτομα.
Ο πρώτος χρόνος της Επανάστασης του 1821 ήταν ιδιαίτερα επιτυχής για τους επαναστατημένους Έλληνες, οι οποίοι είχαν καταφέρει στην ξηρά να περιορίσουν τους Οθωμανούς σε ορισμένα κάστρα στην Ρούμελη και τον Μοριά, ενώ πολλά από τα νησιά του Αιγαίου είχαν σηκώσει την επαναστατική παντιέρα συμβάλλοντας και αυτά με τα εξοπλισμένα πλοία τους. Η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου,[4] καρπός της οποίας ήταν η πρώτη Προσωρινή κυβέρνηση των Ελλήνων προσπάθησε με τα διάφορα νεοσύστατα υπουργεία, μεταξύ αυτών και το Μινιστέριον(Υπουργείο) των Ναυτικών να συντονίσει την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική προσπάθεια. Με συνεχή δραστηριότητα πάντως, τα μεγαλύτερα και μικρότερα αρματωμένα πλοία των Ελλήνων, παρέλυσαν το Οθωμανικό εμπόριο στον Αιγαίο και αντιμετώπισαν αξιοπρεπώς μέσω ναυμαχιών τις προσπάθειες ανεφοδιασμού των κάστρων αυτών από τον Οθωμανικού στόλο το πρώτο έτος της Επανάστασης. Ένα από τα κάστρα αυτά που στις αρχές του 1822 παρέμενε ακόμα άπαρτο, ήταν το κάστρο του Ναυπλίου, το Παλαμήδι.[5] Παρά τις αιματηρές προσπάθειες να απελευθερωθεί την προηγούμενη χρονιά και έχοντας αποκλειστεί από ξηρά και θάλασσα από σπετσιώτικη ναυτική μοίρα, η φρουρά του δεν είχε εξαναγκαστεί σε παράδοση, παρά την έλλειψη τροφών.

Η ναύλωση του Ορέστης ως συνδρομή στην πολιορκία Ναυπλίου
Ο ναυτικός αποκλεισμός οχυρωμένων πόλεων ήταν μια δραστηριότητα που εμφανίστηκε σε μαζικό επίπεδο κατά την διάρκεια των Αγγλο–ολλανδικών πολέμων τον 17ο αιώνα. Εντατικοποιήθηκε όμως κατά την διάρκεια των πολέμων της Γαλλικής Δημοκρατίας(1792—1801) και των Ναπολεόντιων(1802-1815) όταν οι Βρετανοί κήρυξαν ναυτικό αποκλεισμό στα λιμάνια της Γαλλίας και τον Συμμάχων τους. Στις συνθήκες της Επανάστασης του 21 οι ναυτικοί αποκλεισμοί από την πλευρά των Ελλήνων και ειδικά στις αρχές της, είχαν σκοπό να απομονώσουν τα οθωμανικά κάστρα ώστε διά τις έλλειψης τροφίμων να παραδοθούν στα ελληνικά χέρια ή αλλιώς να ασκηθεί πίεση στις φρουρές τους για να υποστηριχθούν προτάσεις παράδοσης. Σε αρκετές περιπτώσεις ο αποκλεισμός ήταν πιο στενός αλλά σε περιπτώσεις οικονομικής παράλυσης των οικονομικών των επαναστατών, οι αποκλεισμοί χαλάρωναν αφού τα πληρώματα δεν είχαν τα απαραίτητα εφόδια για τον πλου. Για την ναύλωση των πλοίων αυτών, η κεντρική διοίκηση συνέτασσε ένα συμφωνητικό που αφορούσε και τους 2 συμβαλλόμενους.
Όπως πληροφορεί το έγγραφο με αριθμό 011 της Γραμματεία Ναυτικών με ημερομηνία 10 Απριλίου 1822, στην προσπάθειά του το Μινιστέριον των Ναυτικών να συνδράμει τα μεγαλύτερα ελληνικά πλοία που διενεργούσαν τον αποκλεισμό, «συνεφώνησε με τον (καραβοκύρη)Λάζαρον Γιάννη Σοφικήτη) να σταθή εις την πολιορκίαν Ναυπλίου με το ταξιδιάρικον τρεχαντίριόν του, ονομαζόμενον Ορέστης». Πρόκειται δηλαδή για ένα ιδιωτικό συμφωνητικό που μίσθωνε το συγκεκριμένο τρεχαντήριο στην υπηρεσία της επαναστατημένης κυβέρνησης αναφέροντας μάλιστα και το μέγεθος του πληρώματος του, αφού αποτελούνταν από «ανθρώπους δώδεκα συν αυτώ εκλεκτούς και καλά οπλισμένους». Στο συμφωνητικό δεν αναφέρεται η ύπαρξη πυροβόλων(κανονιών) στο τρεχαντήριο, οπότε υποθέτουμε ότι προκειμένου να εμποδίσουν αλλά και να ανταπεξέλθουν σε σύλληψη άλλων σκάφων που διεξήγαν λαθρεμπόριο με τους πολιορκούμενους, οι ναύτες του Ορέστης θα έφεραν επαρκή φορητό οπλισμό όπως καρυοφύλλια, τρομπόνια, σπάθες και τσεκούρια. Άλλωστε το όριο πλεύσης του στόλου αποκλεισμού από την αποκλεισμένη ακτή ήταν πέρα από την εμβέλεια των πυροβόλων των προμαχώνων του κάστρου και αυτή την θέση κατείχαν αδιαλείπτως τα πλοία αποκλεισμού.
Στην συνέχεια του συμφωνητικού, αναγράφονται οι βασικές πτυχές της συμφωνίας αριθμητικά. Αναφέρεται λοιπόν ότι ο Καραβοκύρης, εν προκειμένω και καπετάνιος, Λάζαρος Γιάννη Σοφικήτης «υπόσχεται να περιέρχεται τριγύρω εις το κάστρον Ναυπλίου, ημέρα και νύχτα ακαταπαύστως, να προσέχει με όλην την μεγαλητέρα αγρυπνίαν, και προσοχήν, εις το να μην αφήση εις το αυτό κάστρον Ναυπλίου», να μην εισέλθει σε αυτό αλλά ούτε και εξέλθει κανείς που θα πρόδιδε το σκοπό των επαναστατών. Όσον αφορά το πότε και το πόσο καιρό θα παρείχε τις υπηρεσίες του ο Καραβοκύρης, τονίζεται το συνεχές, «τόσον ημέραν, όσο και νύχτα». Στην περίπτωση που θα αναγκάζονταν να αποσυρθεί για οποιοδήποτε λόγο όφειλε «να αποκρίνεται προς την Διοίκησιν». Ομολογουμένως, οι λόγοι απόσυρσης της μοίρας αποκλεισμού προς διάσωση της, μπορούσαν να είναι είτε η εμφάνιση ισχυρότερης εχθρικής μοίρας, είτε η προστασία των ίδιων των πλοίων και του προσωπικού της από άσχημες καιρικές συνθήκες, όπως μια θύελλα.[6]

Η πειθαρχία στην Προσωρινή Κυβέρνηση
Μέχρι την δημιουργία της προσωρινής Κυβέρνησης, τοπικά μορφώματα είχαν αναλάβει να οργανώσουν στρατιωτικά και πολιτικά τους επαναστάτες όπως η Πελοποννησιακή Γερουσία στον Μοριά.[7] Στο συμφωνητικό ναύλωσης του Ορέστης όμως, το Μινιστέριο ζητά την πλήρη υπακοή του καραβοκύρη και την υπόσχεσή του «να ακούει τας προσταγάς του Μινιστερίου των Ναυτικών» αλλά και να πειθαρχεί «εις εκείνους, τους αρχηγούς, προς τους οποίους ήθελε του διορίσει» προς όφελος και «συμφέρον της πατρίδος». Η αναφορά προς τους εκάστοτε αρχηγούς ήταν απόρροια της αντίληψης του τοπικισμού, οποίος την εποχή εκείνη είχε ήδη προλάβει να κάνει την εμφάνιση του. Εξαιτίας αυτού, το Μινιστέριο των Ναυτικών ήθελε να εξασφαλίσει την συνεργασία του Κρανιδιώτη[8] καραβοκύρη, με τα όποια πλοία θα ήταν διαθέσιμα στην θαλάσσια περιοχή του Ναυπλίου, ανεξάρτητα αν αυτά προέρχονταν από οικονομικούς ανταγωνιστές από έτερους ναυτότοπους ή νησιά.
Στο συμφωνητικό καθορίζονται με σαφήνεια και οι οικονομικές απολαβές που προσφέρονται για τις οικονομικές ανάγκες του Ορέστη αλλά και του πληρώματος του. Θα δίδονταν «720 γρόσια το μήνα» για τον πρώτο μήνα εκδούλευσης, προκαταβάλλοντας το ήμισυ της μηνιαίας αμοιβής στην αρχή και το έτερο μισό στο τέλος. Οι αντίστοιχες μηνιαίες απολαβές σε βάθος χρόνου θα παρέχονταν «εις δε τους λοιπούς μήνας μετά την τελείωσιν του δουλευμένου μηνός».

Μία μέρα μετά την υπογραφή του άνωθεν συμφωνητικού, ο καραβοκύρης Σοφικήτης έλαβε και επίσημα τις διαταγές του Μινιστερίου βἀσει του έγγραφου με αριθμό 012 του ιδίου Φακέλου των Γ.Α.Κ. Με το έγγραφο αυτό διατάσσονταν να συμπράττει μαζί με τον Σπυρίδωνα Αθανασίου Τρεγκάκην, καραβοκύρη της γαλιότας Κλητεμνήστρα πληρώματος 14 ναυτών ώστε το Κάστρο του Παλαμηδίου με την «στεναχωρίαν της πολιορκήσεώς να παραδοθώσι μία ώρα προτήτερα».
Η πολυπόθητη πτώση του Ναυπλίου ήρθε τελικά στις 29 Νοεμβρίου του 1822 μετά από συνδυασμένες επιχειρήσεις του στόλου και στρατού των επαναστατών. Αποτέλεσε μάλιστα την πρωτεύουσα της Προσωρινής Κυβέρνησης των Ελλήνων. Ο δε καραβοκύρης Σοφικήτης επέζησε του πολέμου αφού με έγγραφό με αριθμό 015 του ιδίου Φακέλου, με ημερομηνία 1η Αυγούστου του 1833,[9] αναφέρονται οι οικονομικές διεκδικήσεις του από τις εκδουλεύσεις της εποχής εκείνης, υπογεγραμμένο από τους Δημογέροντες του Κρανιδίου. Υπογράφοντες στο συμφωνητικό αναφέρονται ο Γενικός Γραμματέας του Μινιστέριου των Ναυτικών Γεράσιμος Κώπας με δύο ακόμα μάρτυρες και φυσικά ο καραβοκύρης «λάζαρος του γιάνι σοφικίτης».

Άξιζε όμως να ρισκάρει κάποιος την διάσπαση του ναυτικού αποκλεισμού;
Παρά την επικινδυνότητα του εγχειρήματος πολλά πλοία ελληνικά, οθωμανικά αλλά και ευρωπαϊκά επιχείρησαν να διασπάσουν τους αποκλεισμούς του ελληνικού στόλου κατά την διάρκεια της Επανάστασης. Ο λόγος της διεξαγωγής του λεγόμενου λαθρεμπορίου πολέμου αυτής της μορφής, ήταν τα υπέρογκα κέρδη αφού τα τρόφιμα και τα εφόδια που ανεφοδίαζαν την εκάστοτε φρουρά πληρώνονταν με αδρές αμοιβές. Με την τακτική αυτή εξάλλου σχηματίστηκαν οι μεγάλες περιουσίες των Ελλήνων καραβοκύρηδων της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών προεπαναστατικά, αφού διασπούσαν τους αποκλεισμούς στα ευρωπαϊκά λιμάνια εκμεταλλευόμενοι τους ευρωπαϊκούς πολέμους του 18ου και 19ου αιώνα και πλουτίζοντας σε σύντομο χρονικό διάστημα.[10]
[1] Τζελίνα Χαρλαύτη, «Το κατ’εμέ αείποτε μεγάλως εθαύμασα τους Έλληνας ναυτικούς – Το πολεμικό και εμπορικό ναυτικό στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας 1821-1827», στο Παναγιώτης Γέροντας (επιμ.), 1821-2021 διακόσια χρόνια από τον Ναυτικό Αγώνα της Ελληνικής Επανάστασης,Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Βοτανικός 2021, σ. 20-25.
[2] Γ.Α.Κ, Γενική γραμματεία, Καποδιστριακό Αρχείο, Φάκελλος 062, τεκμήριο 011.
[3] Κωνσταντινίδης Τρύφων, Καράβια καπετάνιοι και συντροφοναύται 1800-1830, εισαγωγή εις την ιστορίαν των ναυτικών επιχειρήσεων του Αγώνος, Ιστορική Υπηρεσία Βασιλικού Ναυτικού, Αθήνα 1954, σ. 137.
[4] Ελένη Π.Βελώνη, Τοπικά Πολιτεύματα κατά την Ελληνική Επανάσταση Άρειος Πάγος(1821-1823), Αθήνα, Παπαζήση 2012, σ. 72-73.
[5] Αναστάσιος Ορλάνδος, Ναυτικά ήτοι Ιστορία των κατά των υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδας Αγώνα πετραγμένων υπό των τριών Ναυτικών νήσων, ιδίως δε των Σπετσών υπό Αναστασίου Ορλάνδου, τ. Α΄, Τυπογραφείο Χ.Ν Φιλαδέλφεος, Αθήνα 1869, σ. 170-171.
[6] Sir Julian Stafford Corbett, Some Principles of Maritime Strategy, Naval Institute Press, 1988, σ. 170.
[7] Ελένη Π.Βελώνη, ο.π., 72.
[8] Γ.Α.Κ, Γενική γραμματεία, Καποδιστριακό Αρχείο, Φάκελλος 062, τεκμήριο 012.
[9] Γ.Α.Κ, Γενική γραμματεία, Καποδιστριακό Αρχείο, Φάκελλος 062, τεκμήριο 015.
[10]Τζελίνα Χαρλαύτη, ο.π. 17.
Κεντρική Εικόνα: Το Ναύπλιο στα τέλη του 18ου αιώνα (Υδατογραφία του Jean Baptiste Hilaire – Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθήνας).
Πηγή:
Μιχάλης Κατσικαρέλης, Ιστορικός





