Το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι περισσότερες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Τα κράτη βρίσκονται αντιμέτωπα με την πληθυσμιακή συρρίκνωση, ως αποτέλεσμα της γήρανσης σε συνδυασμό με την αργή ανανέωση. Το φαινόμενο αυτό έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τις γείτονες χώρες της Βουλγαρίας και των Σκοπίων με τον πληθυσμό τους να μειώνεται κατά 11% μέσα σε 10 χρόνια, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Washington Post. Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο 2011-2021 ο πληθυσμός της Βουλγαρίας συρρικνώθηκε κατά 844.000 κατοίκους ή 11,5% του συνόλου, φτάνοντας σταδιακά στα 6,5 εκατομμύρια. Σημειώνεται ότι πριν από σχεδόν 30 χρόνια η Βουλγαρία αριθμούσε 9 εκατομμύρια κατοίκους. Με βάση τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο πληθυσμός της εκτιμάται ότι θα έχει κατρακυλήσει στους 5,3 εκατομμύρια κατοίκους έως το 2050.
Η Ελλάδα ακολουθώντας δυστυχώς, για χρόνια, κοινή πολιτική με την Βουλγαρία, ως προς το δημογραφικό ζήτημα, καλείται να αντιμετωπίσει πλέον τις συνέπειες του φαινομένου και να προβεί σε δραστικές θεσμικές παρεμβάσεις. Οι αρνητικές δημογραφικές εξελίξεις με τη μείωση των γεννήσεων έναντι των θανάτων δεν αναμένονται να μειωθούν τα επόμενα χρόνια με αποτέλεσμα την σταδιακή μείωση του πληθυσμού. Με τα δημογραφικά στοιχεία να αλλάζουν αργά, ο πληθυσμός της χώρας έχει μπει σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι διαρκής συρρίκνωσης. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης συνέβαλλε σε μεγάλο βαθμό στην όξυνση του φαινομένου, με σχεδόν 450.000 νέους ανθρώπους, σε παραγωγική ηλικία, να εγκαταλείπουν τη χώρα, αναζητώντας καλύτερη τύχη στο εξωτερικό. Το φαινόμενο του «Brain Drain», που έχει κάνει την εμφάνισή του τις τελευταίες δεκαετίες, αποτελεί ουσιαστικό κίνδυνο για την Ελλάδα. Η μείωση των ποσοστών γονιμότητας αναδεικνύεται ως βασικό αίτιο της δημογραφικής γήρανσης υπό μεταβολές του φυσικού ισοζυγίου. Σύμφωνα με έρευνα της «διαΝΕΟσις», το 2016 ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας ήταν 1,38, ένας από τους χαμηλότερους στον κόσμο. Εάν αφαιρέσουμε και τις γεννήσεις των αλλοδαπών, εντός του ελληνικού χώρου, ο δείκτης πέφτει στο 1. Για πρώτη φορά από τότε που καταγράφονται επίσημα στοιχεία, στην Ελλάδα υπολογίζονται κάτω από 90.000 γεννήσεις παιδιών το χρόνο με τους θανάτους να υπερβαίνουν τους 130.000 αντίστοιχα, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.

Τα συστηματικά ποσοστά χαμηλών γεννήσεων και το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής μετασχηματίζουν τη σύνθεση της ηλικιακής πυραμίδας προς ένα κατά πολύ γηραιότερο πληθυσμό. Διάφοροι κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες συναποτελούν τους βασικούς λόγους όξυνσης του δημογραφικού προβλήματος στην χώρα. Η ανεργία και το ανεπαρκές εισόδημα θεωρούνται βασικά εμπόδια για τους νέους στην επιθυμία τους να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν οικογένεια. Παράλληλα το κόστος ή μη διαθεσιμότητα προσχολικής αγωγής και φροντίδας σε συνδυασμό με την συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας, προκαλούν στις νέες γενιές δεύτερες και τρίτες σκέψεις, όσον αφορά στη γέννηση ενός ή και περισσότερων παιδιών. Πολλοί ειδικοί πιστεύουν πως η υπογεννητικότητα είναι φυσικό επακόλουθο του σύγχρονου, δυτικού τρόπου ζωής, που δημιούργησε μεταβολή του αξιακού πλαισίου, προωθώντας πρότυπα που πολλές φορές είναι μη συμβατά με την δημιουργία οικογένειας. Το δίλλημα καριέρα ή οικογένεια δείχνει να επηρεάζει, λανθασμένα κατά τον συντάκτη, τη σκέψη αρκετών νέων στις μέρες μας.
Η μείωση του εργατικού δυναμικού της χώρας στέκεται εμπόδιο στην οικονομική ευμάρεια με το κράτος να στερείται σε παραγωγικότητα. Ταυτόχρονα, τομείς όπως η έρευνα και η καινοτομία εκλείπουν από την Ελλάδα, με τα «μεγάλα μυαλά» του κράτους να επιλέγουν τη λύση της μετανάστευσης στο εξωτερικό. Η μείωση των παραγωγικών ηλικιών 15-64, και η αύξηση του ποσοστού των ηλικιωμένων επηρεάζουν την χρηματοοικονομική βιωσιμότητα της χώρας, που αναγκάζεται να στηρίξει το συνταξιοδοτικό και το σύστημα υγείας της, μέσω εισφορών και φόρων. Η παραπάνω εξίσωση οδηγεί νομοτελειακά στην κατάρρευση του οικονομικού συστήματος της Ελλάδας. Κατά πολλούς, μια ακόμα μεγάλη συνέπεια του δημογραφικού προβλήματος είναι η απειλή της συνέχειας του έθνους, με αρκετούς λαούς, ανά την ιστορία, να έχουν χαθεί στο παρελθόν, ή να έχουν ενσωματωθεί σε διαφορετικούς πολιτισμούς και κράτη.
Μετά τη δεκαετία του 1970 το φαινόμενο άρχισε να γίνεται αντιληπτό από τις αρμόδιες αρχές. Μολονότι από το 1993 έχει πραγματοποιηθεί ειδική διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για το δημογραφικό, ωστόσο από τότε δεν έχουν ληφθεί ουσιαστικά μέτρα, με τις μετέπειτα κυβερνήσεις να προχωρούν σε επιδοματικού τύπου πολιτικές, πρόσκαιρου χαρακτήρα. Αρκετές έρευνες και δεδομένα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός πληθυσμός σε 30 χρόνια από 10,7 εκατομμύρια κατοίκους που είναι σήμερα, θα φτάσει να είναι μόλις 8 εκατομμύρια. Με την γείτονα Τουρκία να εκτιμάται ότι θα αριθμεί περίπου 103 εκατομμύρια κατοίκους τα επόμενα χρόνια, η κατάσταση που διαμορφώνεται μοιάζει τουλάχιστον ανησυχητική. Ο τρόπος με τον οποίον άλλες χώρες αντιμετώπισαν το πρόβλημα πρέπει να μας επιδεικνύει τον σωστό δρόμο. Η Ελλάδα οφείλει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Ισραήλ, το οποίο μόλις αντιλήφθηκε το πρόβλημα, τη δεκαετία του 1970, επένδυσε στην προσέλκυση επιστρεφόντων πολιτών, πίσω στη χώρα τους, προσφέροντάς τους ειδικές φοροαπαλλαγές. Η περίπτωση της Ουγγαρίας, που προσφέρει δωρεάν εξωσωματικές γονιμοποιήσεις, αποτελεί μια ουσιαστική βοήθεια για τα νέα ζευγάρια, τα οποία δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν οικονομικά στις διαδικασίες. Η Γαλλία από την άλλη παρέχει διαχρονικά μια σειρά από επιδόματα και οικονομικές φοροελαφρύνσεις στις οικογένειες που επιθυμούν να κάνουν παιδιά. Φωτεινός φάρος για την επίλυση του δημογραφικού ζητήματος πρέπει να θεωρούνται οι Σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες με την δημιουργία ενός κράτους αρωγού, παρέχουν αυξημένη κρατική πρόνοια στις νέες μητέρες και αναλαμβάνουν σε μεγάλο βαθμό την ανατροφή των παιδιών.
Στην Ελλάδα η δημιουργία του Υφυπουργείου Δημογραφικής Πολιτικής, με στόχο την επίβλεψη του αριθμού των γεννήσεων της χώρας, δείχνει μια μορφή επαγρύπνησης από τους ανώτερους ιθύνοντες. Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης, σε πρόσφατη ομιλία του στο συνέδριο της «Next is Now» και της «Dome Consulting», χαρακτήρισε το δημογραφικό ως εθνικό και υπαρξιακό ζήτημα. Υπογράμμισε δε πως το δημογραφικό είναι «μία ευθεία υπονόμευση της δυνατότητας του τόπου να παράγει πλούτο σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο» και γι’ αυτό η πολιτεία εργάζεται για την επίλυση του θέματος διαρκώς. Το επίδομα των 2000 ευρώ ανά παιδί, αλλά και τα μέτρα που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του εργασιακού νόμου και αφορούν στις γονικές άδειες συνδέονται με την προσπάθεια της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση του δημογραφικού. Ακόμα το πρόγραμμα «Νταντάδες της γειτονιάς», αφορά στην οικονομική ενίσχυση των εργαζόμενων γονέων για την φύλαξη των παιδιών τους και προσφέρεται πλέον από το gov.gr, παράλληλα με την άδεια πατρότητας μετ’ αποδοχών, που προσφέρει ο νέος εργασιακός νόμος.
Η κυβέρνηση του Σύριζα και η συγκριμένα ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είχε προτείνει, κατά το παρελθόν, την πολιτική ενσωμάτωσης των μεταναστών ως λύση στο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Η συγκεκριμένη δήλωση παρότι είχε προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις στην εγχώρια πολιτική σκηνή, δείχνει να υποστηρίζεται ως έναν βαθμό από τον νυν πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη, ως απάντηση στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών σε κλάδους όπως ο πρωτογενής τομέας και αυτός των κατασκευών. Ως βασική προϋπόθεση, ο πρωθυπουργός, έθεσε την προτεραιότητα στους νέους Έλληνες στην εύρεση εργασίας καθώς και την διασφάλιση ικανοποιητικών εργασιακών συνθηκών για τους αλλοδαπούς εργαζομένους.
Συμπερασματικά, το πολυδιάστατο πρόβλημα του δημογραφικού αποτελεί ένα από τα ουσιαστικότερα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική πολιτεία. Απαιτείται συντονισμένη δράση όλων των θεσμικών και πολιτικών υπηρεσιών, ώστε να αντιστρέψει η χώρα την πληθυσμιακή της συρρίκνωση. Απαιτούνται μέτρα που θα δημιουργήσουν συνθήκες, κατά τις οποίες οι νέοι να επιθυμούν τη δημιουργία οικογένειας, χωρίς το άγχος της συντήρησής της. Φορολογικές ελαφρύνσεις και ειδικές εκπτώσεις για τους πολύτεκνους, σε συνδυασμό με οικογενειακά επιδόματα και ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, μοιάζουν πολιτικές ικανές να βοηθήσουν τους Έλληνες στην αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας. Παράλληλα η ομαλή προσαρμογή της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής μοιάζει ικανή να εξαλείψει, κυρίως την γυναικεία ανασφάλεια, ότι η γέννηση ενός παιδιού θα επηρεάσει την εργασία τους. Η εξασφάλιση της γονικής άδειας κατά συνέπεια πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο εργασιακό κανόνα, που θα προστατεύεται πάση θυσία. Τέλος, εάν η Ελλάδα θέλει να κάνει μια συγκεκριμένη μεταναστευτική πολιτική για να λύσει το δημογραφικό της πρόβλημα, έχει τη δυνατότητα να το κάνει, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαδικασία αυτή οφείλει να γίνει οργανωμένα και με συγκεκριμένους κανόνες. Το παράδειγμα του Ντουρμοχαμαντί Μπαγκί, ενός Ιρανού πρόσφυγα που αρίστευσε στις πανελλήνιες εξετάσεις με τον εντυπωσιακό μέσο όρο του 18.25, αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες μπορούν να αποτελέσουν ουσιαστικό παράγοντα στους τομείς της ελληνικής επιστημονικής έρευνας, καινοτομίας και τεχνολογίας, αρκεί να εναρμονίζονται με το ευρωπαϊκό πρότυπο που προβάλλει η χώρα και να συμμετέχουν στην ελληνική παιδεία, εμπλουτίζοντας έτσι τον ήδη ισχυρό ελληνικό πολιτισμό.
Οδυσσέας Δημόπουλος, Μεταπτυχιακός φοιτητής νεότερης ιστορίας
Βιβλιογραφία:
http://online.wsj.com/media/mobile_introduction.jpg





