Written by 6:25 μμ Επικαιροτητα

Berlin Process: Η πρωτοβουλία, που έδωσε νέα πνοή στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων |Ιωάννης Κελέσης

Είναι άδικο οργανωμένες προσπάθειες δεκαεννέα ετών να κλειστούν στα χρονοντούλαπα της ιστορίας, ειδικά από την στιγμή που η Ευρώπη έχει περιλάλητα αποδείξει πως κατέχει τόσο τη βούληση, όσο και τα μέσα για να μετουσιώσει τη βούληση σε πράξη. Τα έξι κράτη των Δυτικών Βαλκανίων παραμένουν ‘’ο ελέφαντας στο δωμάτιο’’ που η Ευρωπαϊκή Ένωση διστάζει να μπει και το πρόβλημα στην όψη του οποίου η ίδια εθελοτυφλεί να κοιτάξει κατάματα. Το αν θα το κάνει εντέλει ή όχι θα αποδείξει το αν τα Δυτικά Βαλκάνια θα αποτελέσουν λύση στο ίδιο τους το πρόβλημα ή η αιτία μίας ακόμη κρίσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πρωτοβουλία πάντως του ‘’Berlin Process’’ τείνει προς το πρώτο.

Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι μία αδιάκοπη ιστορία κρίσεων και λύσεων. Ο ίδιος ο Ζαν Μονέ, εξάλλου συνήθιζε να λέει ότι «η Ευρώπη θα οικοδομηθεί μέσα από κρίσεις και θα είναι το άθροισμα των λύσεων που θα έχουν δοθεί στις κρίσεις αυτές». Ακόμα κι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί προϊόν μιας κρίσης, αυτής του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η παρακαταθήκη που άφησε η λήξη του Πολέμου ήταν αφενός τα θεμέλια του εποικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κι αφετέρου η κοινή πεποίθηση ότι η ανάγκη τόσο για ειρήνη, όσο και για ευημερία ήταν τέτοια, ώστε να γινόταν οτιδήποτε επί τω έργω, για να μην επιστρέψει ποτέ ξανά το μαύρο πέπλο του πολέμου στις παρυφές της ευρωπαϊκής ηπείρου. Και ενώ η παραπάνω ρήση του Γάλλου διπλωμάτη έχει, πράγματι, σήμερα επαληθευθεί στο ακέραιό της, καθώς όντως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κληθεί να δώσει λύσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια σε κρίσεις που έλαβαν χώρα όχι μόνο εντός, αλλά και εκτός των γεωγραφικών της ορίων, επιβεβαιώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο το διεθνές της κύρος ως εγγυήτριας δύναμης και φύλακα των δυτικών αξιών ανά την υφήλιο, το συμπέρασμα που προκύπτει από την ρήση αυτή έσφαλλε κατά την πορεία, μιας και είναι πασιφανές, πλέον, ότι η επιβολή και διατήρηση της ειρήνης, πόσο μάλλον σε μία ήπειρο που το γοητευτικότερο ίσως κεφάλαιο της ιστορίας της αποτελούν οι πόλεμοι που έχουν διαδραματιστεί σε αυτή, είναι μία διαδικασία ατέρμονη και ενέχει ιδιαίτερης τόσο αντιμετώπισης, όσο και μεταχείρισης. Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 συνιστά όχι μόνο ένα κομβικό σημείο της παγκόσμιας ιστορίας, αλλά και την απαρχή της πτώσης των κομμουνιστικών καθεστώτων ανά τη Γηραιά Ήπειρο, που ολοκληρώθηκε με τη λήξη των Γιουγκοσλαβικών Πολέμων το 2001. Οι Νατοϊκοί βομβαρδισμοί, που ακολούθησαν μία δεκαετία διαρκούς αιματοχυσίας και εχθροπραξιών στη βαλκανική χερσόνησο, συνέστησε επί τω πρακτέο την γενεσιουργό αιτία δημιουργίας έξι νέων κρατών, που παρά τις θεμελιώδεις ιστορικές και πολιτισμικές διαφορές τους, συνδέονται λίγο ή πολύ μεταξύ τους για την κοινή ευρωπαϊκή πορεία που έχουν θέσει ως πολιτική τους προτεραιότητα ήδη από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να μελετήσει αυτή την ευρωπαϊκή πορεία και πιο συγκεκριμένα να εστιάσει σε μία διπλωματική πρωτοβουλία, που αποτελεί την κοιτίδα όλων των μορφών περιφερειακής συνεργασίας των βαλκανικών κρατών, έχει ως εναρκτήρια, διόλου τυχαία, την πόλη του Βερολίνου και είναι ευρέως γνωστή στη βιβλιογραφία ως ‘’Berlin Process’’.

Πριν αναλυθεί το ‘‘Berlin Process’’ αυτό καθαυτό ως μία διακυβερνητική προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος και σύσφιξης των σχέσεων των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων με την ευρωπαϊκή Δύση, οφείλει να καταστεί σαφώς αντιληπτό το ευρύτερο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο που επικρατούσε πριν από αυτό. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης απετέλεσε όχι μόνο το απότοκο εκείνο της δημιουργίας δεκαπέντε αποκατεστημένων και ανεξάρτητων κρατών, αλλά και την ανάγκη για μία εκ νέου δημοκρατική μετάβαση εντός των παρυφών της ευρωπαϊκής επικράτειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβε εξαρχής το ακανθώδες αυτό έργο κι επέδειξε μία δυναμική, που με τη σειρά της οδήγησε στη θέσπιση των ‘’Κριτηρίων της Κοπεγχάγης’’ το 1993 ως αντικειμενικού δείκτη για την καταλληλόλητα προσχώρησης μίας χώρας στην Ένωση. Τα κριτήρια που συνήλθαν στη δανική πρωτεύουσα, προέβλεπαν σε γενικές γραμμές την ταύτιση των υποψηφίων κρατών-μελών με τις ευρωπαϊκές πολιτικές στους τομείς της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αδιαμφισβήτητα ακλόνητη κατάκτηση της τότε νέας πολιτικής διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν τόσο η οικοδόμηση ενός ολίγον τι πιο ενιαίου προσώπου σε μία πολυεθνική συνομοσπονδία κρατών, όσο και η πλήρης διάνοιξη του δρόμου για μελλοντικές διευρύνσεις, έγιναν δεκαέξι τω αριθμώ, που περιελάβανε όχι μόνο τις χώρες του Βίσεγκραντ, αλλά και χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Η δυναμική αυτή εν τούτοις δεν περιλάμβανε την περιοχή με τη μεγαλύτερη γεωστρατηγική και γεωπολιτική σημασία σε ολάκερη την ευρωπαϊκή ήπειρο, αυτή των Βαλκανίων, της περιοχής εκείνης δηλαδή που εκτός από ιδιάζων πολιτισμικό κιτάπι, αποτελεί συνάμα και σταυροδρόμι τριών ηπείρων και άνοιγμα τριών θαλασσών. Όλα αυτά άλλαξαν, όταν το 2003 η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε, επιτέλους, να μπει στο δωμάτιο με τον ελέφαντα και να δώσει υπόσχεση ένταξης στα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων στη Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης. Δεκαεννέα χρόνια μετά, η δυναμική αυτή αν δεν έχει αποτύχει πλήρως, έχει μείνει τουλάχιστον στάσιμη, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι μόνο η Κροατία κατάφερε να προσχωρήσει ολικώς και επιτυχώς στην ευρωπαϊκή οικογένεια το 2013, ενώ ακόμη και σήμερα ερωτήματα του τύπου ‘’είναι ρεαλιστική ή ακόμη και επιθυμητή η ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση’’ κατέχουν κεντρική θέση στο δημόσιο διάλογο. Στην τελματική αυτή κατάσταση προσπάθησε να δώσει τέλος το 2014 η τότε Γερμανίδα Καγκελάριος Angela Merkel με τη διακυβερνητική και διπλωματική πρωτοβουλία του ‘’Berlin Process’’, που η ίδια έλαβε με σκοπό την αναθέρμανση της συζήτησης που αφορούσε την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Γίνεται λόγος για μία πρωτοβουλία που ελήφθη και ως αντίβαρο ενός γενικότερου κύματος ευρωσκεπτικισμού που είχε κατακλίσει μία πληθώρα Ευρωπαίων πολιτών, είχε τη βάση του στην αμφιλεγόμενη διαχείριση της κρίσης της Ευρωζώνης του 2009 και κορυφώθηκε δύο μόλις χρόνια αργότερα όταν οι Βρετανοί πολίτες αποφάσισαν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2016.

Το 2014 γενικά δεν είναι μία τυχαία χρονολογία για τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία, αφενός γιατί για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια άλλαζε το πρόσωπο του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κι αφετέρου γιατί ο τότε διάδοχος του José Manuel Barroso και επί δεκαοχτώ συναπτά έτη Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Jean-Claude Juncker είχε δηλώσει πως καμία δυνητική διεύρυνση δεν θα υλοποιηθεί, όσο αυτός κατείχε τα ηνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όχι μόνο η συγκεκριμένη δήλωση, αλλά και η μετέπειτα εφαρμογή των πολιτικών του απέδειξαν την κούραση, που είχε επέλθει από την πλευρά των Βρυξελλών να ασχοληθεί περαιτέρω με τα Δυτικά Βαλκάνια κι ανέδειξαν την κλόνιση της εμπιστοσύνης από πλευράς Δυτικών Βαλκανίων τόσο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και προς τους θεσμούς της. Κατέστησαν, συνάμα, ανάγκη επιτακτική την λήψη γενναίων και τολμηρών αποφάσεων από τη Γερμανία, ενώ οδήγησαν στην εκ νέου ανάδειξη της τελευταίας ως της de facto ηγέτιδας μεταξύ των είκοσι επτά κρατών-μελών. Η πολιτική διορατικότητα, ευστροφία και εγρήγορση που επέδειξε η Merkel κατά τη διάρκεια της τρίτης θητείας στην Καγκελαρία, αναμφισβήτητα απετέλεσε τον μοχλό της χάραξης της συγκεκριμένης πολιτικής, οι βουλές της οποίας έγιναν γνωστές από το πρώτο κιόλας ‘’Συνέδριο των Δυτικών Βαλκανίων’’ που έλαβε χώρα το 2014 στο Βερολίνο.

Το καταρχήν χρονικό πλαίσιο που ήθελε το ‘’Berlin Process’’ να ενεργήσει δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα μόλις έτη, πλαίσιο που εν τη πορεία παρέκκλινε κατά πολύ, κυρίως λόγο της πρώιμης κιόλας ιδιαίτερης δημοφιλίας και υποστήριξης που συνάντησε. Συμβαλλόμενα μέρη της πρωτοβουλίας ήταν η Αυστρία, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Γαλλία, η Ελλάδα, η Γερμανία, η Πολωνία, η Σλοβενία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τα έξι κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, ενώ ιδιαίτερης σημασίας για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος ήταν η στύλωση-συμμετοχή πλείστων ευρωπαϊκών οργανισμών, οικονομικών ιδρυμάτων διεθνούς κύρους και εμβέλειας και διαφόρων σχηματικών μορφών περιφερειακής ολοκλήρωσης. Θεμελιώδης σκοπός της συγκεκριμένης προσπάθειας ήταν η προώθηση μίας ευρωπαϊκής ατζέντας, που επαρκώς κάλυπτε τους τομείς της οικονομικής ανάπτυξης και συνδεσιμότητας, των σχέσεων καλής γειτνίασης και περιφερειακής συνεργασίας, ανάπτυξης της Κοινωνίας των Πολιτών διασυνδεσιμότητας των ανθρώπων. Σε καμία περίπτωση όσοι υποστήριξαν το παράτολμο αυτό εγχείρημα, δε φιλοδοξούσαν να αντικαταστήσουν σε ένα, μικρό ή μεγάλο, βαθμό τη δυσλειτουργική και αναποτελεσματική πρακτική, που ακολουθήσε πιστά η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέχρι τότε, για την ένταξη στους κόλπους αυτής επίδοξων κρατών-μελών. Απεναντίας, αυτό που ήθελαν και εντέλει μερικώς πέτυχαν, ήταν να προσδώσουν μία ανανεωμένη δυναμική στην πρακτική αυτή, που δύναται να αποτελέσει τον προθάλαμο της ένταξης των έξι βαλκανικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενισχύοντας κατά αυτόν τον τρόπο το, ήδη υπάρχον, φιλοευρωπαϊκό ιδεώδες που έχουν τα συγκεκριμένα κράτη. Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές εκείνοι που έχουν αποσεμνύσει το ‘’Berlin Process’’ για τα όσα έχει κατακτήσει, ενώ οι περισσότεροι εξ αυτών θεωρούν πως εισήγαγε μία νέα τάση στον τρόπο επίτευξης της περιφερειακής ολοκλήρωσης, μιας και στα βήματά του πάτησαν οι μετέπειτα σχηματικές μορφές περιφερειακής συνεργασίας που δημιουργήθηκαν εν τη πορεία. Πράγματι, οι αδιάλειπτες χρηματοδοτήσεις που έλαβαν τα έξι βαλκανικά κράτη από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του ‘’Berlin Process’’, άλλαξαν σε πολύ μεγάλο βαθμό το τοπίο στο εσωτερικό των κρατών αυτών, αφού εκτός του ότι έφεραν μαζί τους ένα κύμα επενδύσεων και ριζικού εκσυγχρονισμού στους τομείς της ενέργειας, των υποδομών, της ασφάλειας, της δικαιοσύνης και της εκπαίδευσης, τα βοήθησε να εισαχθούν σε μία φάση ανάπτυξης και εξωστρέφειας, που ποτέ ξανά στην ιστορία τους δεν είχαν συναντήσει. Η ισομερής ανάπτυξη των βαλκανικών κρατών και η περαιτέρω ανάπτυξη των μεταξύ τους διμερών σχέσεων, εκτός του ότι κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και της διπλωματίας Πριστίνα και Βελιγράδι, θεράπευσε και σε ένα βαθμό τις πληγές του εθνικισμού και της καχυποψίας που είχαν παραμείνει ανοιχτές από την εποχή των Γιουγκοσλαβικών Πολέμων. Καταφανέστερη, όμως, κορυφή στην οποία πάτησε το ‘’Berlin Process’’ δεν είναι άλλη από αυτή της διατήρησης της ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων ως αμιγώς ρεαλιστικής και εμφανώς πρωταρχικής σημασίας και όχι αέναης και αόριστης, όπως ήταν στο παρελθόν. Υψίστης σημασίας το προαναφερθέν, ειδικά αν ληφθεί υπόψιν το κενό ασφαλείας που αντιμετωπίζει η περιοχή τα τελευταία χρόνια και καθίσταται ελέω αυτού όλο και πιο ευάλωτη-ελκυστική σε απολυταρχικές δυνάμεις, όπως είναι η Τουρκία, η Ρωσία και η Κίνα, που διαρκώς προσπαθούν να εντρυφήσουν στις ευρωπαϊκές παρυφές μέσω της αύξησης της επιρροής τους στα Δυτικά Βαλκάνια.

Δεν είναι απορίας άξιο το γιατί το θέμα των Δυτικών Βαλκανίων δεν είναι στην πρώτης γραμμής ατζέντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πωλώ δε μάλλον εάν συνυπολογιστεί στην όλη εξίσωση το άθροισμα των κρίσεων που η Ένωση έχει κληθεί να διαχειριστεί τα τελευταία χρόνια, ξεκινώντας χρονολογικά από την κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και τη λεγόμενη ‘’Κρίση της Ευρωζώνης’’ το 2009, φτάνοντας μέχρι και την πιο πρόσφατη, μέχρι την επόμενη, κρίση, αυτή των ενεργειακών αποθεμάτων, απότοκο της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Καθίσταται αντιληπτό το ότι η ανάγκη για ορθή διαχείριση τέτοιων καταστάσεων, προφανώς και όχι μόνο ανακατατάσσει τις πολιτικές προτεραιότητες και αποφάσεις που οφείλεται να παρθούν, αλλά και μεταβάλει ριζικά το εκάστοτε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό τοπίο που οι προτεραιότητες και οι αποφάσεις αυτές καλούνται να ασκηθούν. Η ιδιάζουσα και μακροχρόνια περίσταση, που περιγράφεται παραπάνω, απομάκρυνε τόσο τα Δυτικά Βαλκάνια από τον ευρωπαϊκό τους προσανατολισμό, αλλά και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση από το βαλκανικό της σχεδιασμό. Κατά ολοκληρίαν και ανεξαρτήτως Δυτικών Βαλκανίων, η διαδικασία της διεύρυνσης, που συνήθιζε να είναι το ισχυρότερο όπλο της ευρωπαϊκής φαρέτρας, έχασε τη δυναμική της και αποδυναμώθηκε σε βαθμό τέτοιο, που τα εκάστοτε κράτη μέσω αυτής πετύχαιναν φιλικά προσκείμενους σε αυτά σκοπούς. Χαρακτηριστική, σε αυτό, περίπτωση, είναι η Γαλλία που μέχρι το 2019, χρησιμοποιώντας το νόμιμο δικαίωμά της για αρνησικυρία, εμπόδιζε την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων για την Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, με την πρόφαση της οπισθοδρόμησης των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στις χώρες αυτές. Η ‘’νέα μεθοδολογία’’ που εισήγαγε η κυβέρνηση Macron, ενώ υποσχόταν ότι θα προσφέρει μία ανανεωμένη δυναμική στο ζήτημα της διεύρυνσης, στην πραγματικότητα πέτυχε ακριβώς το αντίθετο, μιας και έκτοτε ελάχιστη ουσιαστική πρόοδος έχει σημειωθεί. Η γαλλική πρόταση μέχρι και σήμερα βασίζεται στις αρχές της σταδιακής σύνδεσης, των αυστηρών όρων, των απτών οφελών και της αναστρεψιμότητας και στο εν κατακλείδι της έχει καταφέρει τους αναλυτές, αφού δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι το λεγόμενο ‘’clustering of the chapters’’ είναι ο δούρειος ίππος της Γαλλίας για να δυσκολέψει την πολιτική της διεύρυνσης, της οποίας ούτως ή άλλως αντιτίθεται παραδοσιακά. Το ‘’Berlin Process’’ πέτυχε σε ένα βαθμό να επηρεάσει θετικά την κατάσταση, δεν κατάφερε όμως να την αλλάξει ουσιαστικά. Και αυτό γιατί, η προσπάθεια της Γερμανίας να μιλήσει πολιτικά με όρους οικονομικούς, οδήγησε μονάχα σε μία τόσο άτυπη, όσο και βραχύχρονη οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών, χωρίς να είναι σε θέση να επιλύσει τα προβλήματα, που βρίσκονται αντιμέτωπες οι χώρες αυτές στο εσωτερικό τους. Ομόλογα, παραδείγματα όπως είναι αυτά της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, που ελέω των αντιευρωπαϊκών πολιτικών που ακολουθούν, κάνουν συνεχώς βήματα προς τα πίσω στον δείκτη δημοκρατικότητας, ή αυτό της Κύπρου, που η ένταξη της στην ευρωπαϊκή οικογένεια συνετέλεσε προϊόν πολιτικού εκβιασμού από την πλευρά της Ελλάδας και λανθασμένης πεποίθησης επίλυσης του Κυπριακού, δυσχεράνουν όλο και περισσότερο το έργο του πάλαι ποτέ ισχυρότερου όπλου της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, αυτού της διεύρυνσης σε νέα κράτη, προκαλώντας παράλληλα ένα αίσθημα δυσθυμίας, σκεπτικισμού και αβεβαιότητας για μελλοντικές δυνάμενες διευρύνσεις. Άγνωστο παραμένει μέχρι στιγμής, το κατά πόσο ενυπάρχουν ρεαλιστικές προοπτικές επιτυχίας του συγκεκριμένου εγχειρήματος υπό τις υπάρχουσες δυσμενείς διεθνείς πολιτικές συνθήκες. Αναπόφευκτα η αποκωδικοποίηση της διεθνούς σκηνής φαντάζει αδύνατη, ίνα καταφέρουμε να απαντήσουμε με σιγουριά στο παραπάνω ερώτημα. Βέβαιο είναι ωστόσο, το ότι η Γερμανία τρέφει ιστορικά μία ιδιαίτερη συμπάθεια για την περιοχή των Βαλκανίων. Πράττει ορθά, καθώς έχει ήδη αντιληφθεί τις ανεπανάληπτες προοπτικές που η περιοχή της προσφέρει και κινήθηκε, μάλιστα, πρώτη για την άμεση αξιοποίηση τους. Σίγουρα οι λόγοι που υποκρύπτονται αυτής της κίνησης είναι σύνθετοι και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα και οικονομικών και πολιτικών αξόνων. Αναφορικά με τους πρώτους, σίγουρα το ενδεχόμενο μίας στενής οικονομικής συνεργασίας με μη εκσυγχρονισμένες οικονομίες έξι κρατών και η περαιτέρω ανάπτυξή τους φαντάζει ελκυστικό για την Καγκελαρία, που μέσω των Δυτικών Βαλκανίων τονώνει όχι μόνο τη δική της εγχώρια οικονομία, αλλά και τη γενικότερη ευρωπαϊκή. Ομοίως και σχετικά με τους δεύτερους, η Γερμανία εφαρμόζοντας το ενδεχόμενο να λάβει τα Δυτικά Βαλκάνια υπό την πολιτική της προστασία, ισχυροποιεί τη θέση της τόσο εντός των ευρωπαϊκών θεσμών, όσο και εκτός αυτών, μιας και καθιστά εαυτή την απόλυτη εγγυήτρια δύναμη στην περιοχή, που τα τελευταία χρόνια και λόγω της έλλειψης ενός σαφώς προσανατολισμένου και ενιαίου πολιτικού σχεδίου δείχνει να είναι πιο ευάλωτη από ποτέ σε αναθεωρητικές δυνάμεις, όπως είναι η Τουρκία, η Ρωσία και η Κίνα. Άθροισμα των δύο αξόνων, αποτελεί η ανάγκη αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και της ενεργειακής μετάβασης και ανεξαρτητοποίησης από την Ευρώπη, αμφότερα απόρροια του Ρωσο-Ουκρανικού Πολέμου. Κανένα από τα δύο δε δύναται να υλοποιηθεί δίχως την εκμετάλλευση του ρόλου των Βαλκανίων. Όλα αυτά, ενώ η Γαλλία, που είναι το αντίπαλο δέος της Γερμανίας όσον αφορά την ισχύ στην Ευρώπη, εξακολουθεί, όχι μόνο να υπερασπίζεται την πολιτική της ισχυροποίησης της Ένωσης και της επίλυσης των ήδη υπαρχόντων προβλημάτων που η τελευταία έχει, αλλά και να κλυδωνίζεται με τους άκρατους δαίμονες της ακροδεξιάς και της Le Pen στο εσωτερικό της. Το γεγονός ότι η πρωτοβουλία της Merkel δεν τελείωσε μαζί με την τέταρτη και τελευταία θητεία της, αλλά συνεχίστηκε από το νέο Καγκελάριο Olaf Scholz εκτός του ότι έχει σχολιαστεί θετικά στους κύκλους των Βρυξελλών, αποτελεί και απτή απόδειξη ότι ήρθε η ώρα η Γαλλία να υποστηρίξει θερμά και έμπρακτα την πρωτοβουλία αυτή. Μία νέα γαλλογερμανική συμμαχία, δε θα δώσει μονάχα νέα πνοή στη Συνθήκη των Ηλυσίων του 1963, αλλά και θα ισχυροποιήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε βαθμό τέτοιο, που θα είναι σε θέση να διαχειριστεί με περίσσια αποτελεσματικότητα οτιδήποτε πρόβλημα αντιμετωπίζει η ίδια και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της.

Ο πόλεμος, όμως, που μαίνεται στα σύνορα Ουκρανίας-Ρωσίας, αλλάζει για ακόμη μία φορά τους όρους του παιχνιδιού, αυτή τη φορά προς όφελος της Ευρώπης. Η επαναφορά των σπιλωμένων μνημών του πολέμου στα ευρωπαϊκά εδάφη καθιστά ανάγκη δεσμευτική και επίμονη τη λήψη άμεσων και γενναίων αποφάσεων από την πλευρά της Δύσης εν γένει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτοστατεί στην ανάγκη αυτή, έχοντας ήδη παραχωρήσει καθεστώς υποψήφιας χώρας τόσο στην Ουκρανία, όσο και στην όμορη αυτής Μολδαβία. Για μία ακόμη φορά τα Δυτικά Βαλκάνια παραμερίζονται και δεν καθίστανται πολιτική προτεραιότητα της ενωμένης Ευρώπης. Κατ’ εμέ, ορθώς γίνεται το προαναφερθέν, καθώς πράγματι η επίσπευση της επιβολής της ειρήνης όχι μόνο είναι και οφείλει να συνεχίσει να είναι υψίστης σημασίας για κάθε κυβερνητικό και μη οργανισμό που ασχολείται με ζητήματα πολιτικής και οικονομίας, αλλά και αξιακά ανώτερη από το εάν και κατά πόσο είναι έτοιμα τα Δυτικά Βαλκάνια να ενταχθούν σύσσωμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υφίσταται προσοχή, διότι η μερική στασιμότητα δεν συνεπάγεται ολικής ακύρωσης. Είναι άδικο οργανωμένες προσπάθειες δεκαεννέα ετών να κλειστούν στα χρονοντούλαπα της ιστορίας, ειδικά από την στιγμή που η Ευρώπη έχει περιλάλητα αποδείξει πως κατέχει τόσο τη βούληση, όσο και τα μέσα για να μετουσιώσει τη βούληση σε πράξη. Τα έξι κράτη των Δυτικών Βαλκανίων παραμένουν ‘’ο ελέφαντας στο δωμάτιο’’ που η Ευρωπαϊκή Ένωση διστάζει να μπει και το πρόβλημα στην όψη του οποίου η ίδια εθελοτυφλεί να κοιτάξει κατάματα. Το αν θα το κάνει εντέλει ή όχι θα αποδείξει το αν τα Δυτικά Βαλκάνια θα αποτελέσουν λύση στο ίδιο τους το πρόβλημα ή η αιτία μίας ακόμη κρίσης στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η πρωτοβουλία πάντως του ‘’Berlin Process’’ τείνει προς το πρώτο.

Ιωάννης Κελέσης, Φοιτητής Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών

ΠΗΓΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: https://www.google.com/search?q=berlin+process&sxsrf=AJOqlzWlK1JDWSXPw-QNVqUepcpKnF7oCQ:1679329422994&source=lnms&tbm=isch&sa=X&ved=2ahUKEwiUpN_N9er9AhUPtaQKHZtxA7sQ_AUoAXoECAEQAw&biw=1536&bih=722&dpr=1.25#imgrc=Iz19YEVajVuXXM

(Visited 79 times, 1 visits today)

Κλείσιμο